Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Να λέμε την αλήθεια στα παιδιά


Στο παιδί μου


Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια


Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια


Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά. 



Μανόλης Αναγνωστάκης

Άνθρωπος και κόσμος στη θεολογία του Αγ. Μαξίμου, Μητροπολίτου Ιωάννου Ζηζιούλα


De la Lettre à Diognète, Les chrétiens dans le monde


Les chrétiens dans le monde
"Les chrétiens ne se distinguent des autres hommes ni par le pays, ni par le langage, ni par les coutumes. Car ils n’habitent pas de villes qui leur soient propres, ils n’emploient pas quelque dialecte extraordinaire, leur genre de vie n’a rien de singulier. Leur doctrine n’a pas été découverte par l’imagination ou par les rêveries d’esprits inquiets; ils ne se font pas, comme tant d’autres, les champions d’une doctrine d’origine humaine. 
Ils habitent les cités grecques et les cités barbares suivant le destin de chacun ; ils se conforment aux usages locaux pour les vêtements, la nourriture et le reste de l’existence, tout en manifestant les lois extraordinaires et vraiment paradoxales de leur manière de vivre. Ils résident chacun dans sa propre patrie, mais comme des étrangers domiciliés. Ils s’acquittent de tous leurs devoirs de citoyens, et supportent toutes les charges comme des étrangers. Toute terre étrangère leur est une patrie, et toute patrie leur est une terre étrangère. Ils se marient comme tout le monde, ils ont des enfants, mais ils n’abandonnent pas leurs nouveau-nés. Ils prennent place à une table commune, mais qui n’est pas une table ordinaire.
Ils sont dans la chair, mais ils ne vivent pas selon la chair. Ils passent leur vie sur la terre, mais ils sont citoyens du ciel. Ils obéissent aux lois établies, et leur manière de vivre est plus parfaite que les lois. Ils aiment tout le monde, et tout le monde les persécute. On ne les connaît pas, mais on les condamne ; on les tue et c’est ainsi qu’ils trouvent la vie. Ils sont pauvres et font beaucoup de riches. Ils manquent de tout et ils tout en abondance. On les méprise et, dans ce mépris, ils trouvent leur gloire. On les calomnie, et ils y trouvent leur justification. On les insulte, et ils bénissent. On les outrage, et ils honorent. Alors qu’ils font le bien, on les punit comme des malfaiteurs. Tandis qu’on les châtie, ils se réjouissent comme s’ils naissaient à la vie. Les Juifs leur font la guerre comme à des étrangers, et les Grecs les persécutent ; ceux qui les détestent ne peuvent pas dire la cause de leur hostilité.
En un mot, ce que l’âme est dans le corps, les chrétiens le sont dans le monde. L’âme est répandue dans membres du corps comme les chrétiens dans les cités du monde. L’âme habite dans le corps, et pourtant elle n’appartient pas au corps, comme les chrétiens habitent dans le monde, mais n’appartiennent pas au monde. L’âme invisible est retenue prisonnière dans le corps visible; ainsi les chrétiens : on les voit vivre dans le monde, mais le culte qu’ils rendent à Dieu demeure invisible. La chair déteste l’âme et lui fait la guerre, sans que celle-ci lui ai fait de tort, mais parce qu’elle l’empêche de jouir des plaisirs ; de même que le monde déteste les chrétiens, sans que ceux-ci lui aient fait de tort, mais parce qu’ils s’opposent à ses plaisirs.
L’âme aime cette chair qui la déteste, ainsi que ses membres, comme les chrétiens aiment ceux qui les déteste. L’âme est enfermée dans le corps, mais c’est elle qui maintient le corps; et les chrétiens sont comme détenus dans la prison du monde, mais c’est eux qui maintiennent le monde. L’âme immortelle campe dans une tente mortelle: ainsi les chrétiens campent-ils dans le monde corruptible, en attendant l’incorruptibilité du ciel. L’âme devient meilleure en se mortifiant par la faim et la soif; et les chrétiens, persécutés, se multiplient de jour en jour. Le poste que Dieu leur a fixé est si beau qu’il ne leur est pas permis de le déserter."
De la Lettre à Diognète, nn. 5-6 (Funk, 1, 317-321)

Epistle to Diognetus, The Manners of the Christians


Chapter V. — The manners of the Christians.

For the Christians are distinguished from other men neither by country, nor language, nor the customs which they observe. For they neither inhabit cities of their own, nor employ a peculiar form of speech, nor lead a life which is marked out by any singularity. The course of conduct which they follow has not been devised by any speculation or deliberation of inquisitive men; nor do they, like some, proclaim themselves the advocates of any merely human doctrines. But, inhabiting Greek as well as barbarian cities, according as the lot of each of them has determined, and following the customs of the natives in respect to clothing, food, and the rest of their ordinary conduct, they display to us their wonderful and confessedly striking [281] method of life. They dwell in their own countries, but simply as sojourners. As citizens, they share in all things with others, and yet endure all things as if foreigners. Every foreign land is to them as their native country, and every land of their birth as a land of strangers. They marry, as do all [others]; they beget children; but they do not destroy their offspring. [282] They have a common table, but not a common bed. [283] They are in the flesh, but they do not live after the flesh. [284] They pass their days on earth, but they are citizens of heaven. [285] They obey the prescribed laws, and at the same time surpass the laws by their lives. They love all men, and are persecuted by all. They are unknown and condemned; they are put to death, and restored to life. [286] They are poor, yet make many rich; [287] they are in lack of all things, and yet abound in all; they are dishonoured, and yet in their very dishonour are glorified. They are evil spoken of, and yet are justified; they are reviled, and bless; [288] they are insulted, and repay the insult with honour; they do good, yet are punished as evil-doers. When punished, they rejoice as if quickened into life; they are assailed by the Jews as foreigners, and are persecuted by the Greeks; yet those who hate them are unable to assign any reason for their hatred.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Θύρα 7 καὶ Θύρα τοῦ Μνημείου, Χρήστος Γιανναράς


Θύρα 7 κα Θύρα το Μνημείου
ρθιο μαλλί, κοκκαλωμένο, ξυρισμένοι κρόταφοι, μαρο γυαλί, πρόσωπο δίχως βλέμμα. Μπουφν κατάστιχτο μεταλλικς αχμές, κολλητ παντελόνι. Τόπος συνάθροισης πάντοτε κάποια θύρα. Θύρα 7, θύρα 9, θύρα 14. θύρα μυρίζει χνιστ αμα, μως συνάθροιση κε «κα τ μυαλ στ κάγκελο». Ν χτυπηθον μ τ μάζωξη μις λλης θύρας, ν χτυπηθον γι τ τίποτα – μόνο γι ν δηλώσουν μ πράξη τι κάθε θύρα νοίγει στ κενό, εναι νοιγμα στ τίποτα. ρα το γώνα μυσταγωγία. διάφοροι γι τ θέαμα – δν νδιαφέρουν τ γκόλ, οτε περιμένουν νίκη. Κοπαδιαστά, πιασμένοι π τος μους, χοροπηδον πάνω στς κερκίδες χορεύοντας τν πόγνωση. καταστροφ παραμονεύει ν ξεχυθε σν πυρετς μέσα π ατ τ λατρεία το κενο. Ο δηλωσίες τς πόγνωσης θ ξεχυθον στος δρόμους, τρόμος κα φόβος καταστροφς κάθε ξωραϊσμένης προθήκης τν δικν μας φανταχτερν συμβάσεων.

Συντρόφια, μέσα στν καλογυαλισμένη στραφτερ κουρελαρία το καταναλωτικο μας κενο, πρωτοπόροι σες τς πόγνωσης, θέλω ν σς μιλήσω γι τν νάσταση. χετε τν τοιμότητα γι᾿ ατ τ λόγο, μως γ δν χω τ γλώσσα. Βοηθστε με.
Περιθωριακ πρωτοπορία τς πεγνωσμένης νεολαίας σήμερα. Γιατ θέλω ν μιλήσω μαζί τους τν νάσταση; Γι ν βρ γλώσσα πραγματική, γλώσσα πο ν᾿ νατριχιάζει στν ψηλάφηση τς μεσότητας. Γι τος πολλούς, τος καλοβολεμένους στούς, μς τος τακτοποιημένους μπροστ στ βραδιν τηλεόραση, ρμαια πιλογς τς πι ποτελεσματικς δοντόπαστας, το πι δραστικο πορρυπαντικο, το πι κατακτητικο ρώματος, γι μς γεύση το θανάτου πωθημένη, ασθηση τς νάστασης προσπέλαστη. Ρημαγμένοι στοί, ψυχς πίπεδες, σιδερωμένες π τ καθημεριν πρωτοσέλιδα τν παραισθησιογόνων της πολιτικς, χαρτοκοπτικς φιγορες τς καλοφαγίας, τν προοδευτικν δεν κα τν signe μφιέσεων, δν πάρχει θύρα γι μς, δν πάρχει νοιγμα στ κενό, στ γεύση το θανάτου. Γι᾿ ατ κα λογαριάζουμε τν νάσταση το Χριστο ρομαντικ παραμύθι στω νοηματικ σύμβολο, κάτι νάλογό με τν νεκρ δωνι κα τν νοιξιάτικη φύπνισή του: κάποια ποτύπωση λπίδας τι τροχς τς τυχαιότητας θ γυρίζει πάντα σ καλύτερες μέρες.
Πάσχα τν στν, Πάσχα τς νεπίγνωστης νέκρας, δίχως πόγνωση θανάτου κα γι᾿ ατ δίχως ρίγος νάστασης. Σς εδα τν κοινωνική μας λτ χθς στν πιτάφιο, διαλέξατε καλ μαγαζ μ ομαντικ χορωδία κα γερος μπάσους στ Α γενεα πσαι. Μείνατε γι λίγο στν περιφορ ντ γι τ σινεμ πο θ διασκέδαζε ξίσου τν κορεσμένη πλήξη σας. Θ σς δ κι πόψε γι λίγα λεπτ στν περίβολο τς κκλησις, μ να σπρο κερ γι τ θιμο, σν κτοπλάσματα το τόπου πο σς γέννησε, σχετοι τουρίστες στ πανηγύρι τς ναστάσιμης χαρς, δίχως σταυροκόπημα, γιατ δν ταιριάζει σ σς τος προοδευτικούς. Σς γαπ, θλιβεροί μου φίλοι, μ μυρίζετε πτμα κι νος σας λάσπωσε σ μόνη τν ναμον τς μαγειρίτσας. Μ σς ποκλείεται ν συνεννοηθ γι τν νάσταση, τν νάσταση τν ψηλαφητ κα χειροπιαστή, πο εναι ζω αώνια.
Θέλω τ συντρόφια τς περιθωριακς πόγνωσης, ατος τος καβαλλάρηδες το θανάτου, τς σούζας, τς κόντρας, ν μιλήσω μαζί τους μ τ γλώσσα το θανάτου τ ρίγος τς νάστασης. Κα τ μυαλ στ κάγκελο.
Ξέχνα τ δάσκαλο, φίλε, πο σο μαθε τ ρχαα λληνικ το ψυγείου. Κνε πόψυξη στ γλώσσα σου κα ούφα τ μέλι π τ λόγια πο θ σο π:
Λοιπόν, «οδ σχυρότερον τς πογνώσεως. Ατη ο γιγνώσκει ττηθναι πό τινος. τε νθρωπος ν τ διανοί αυτο κόψει τν λπίδα κ τς ζως ατο, οδν θαρσαλεώτερον. Κα οκ στι θλίψις ς τινος φήμη ξασθενσαι τ φρόνημα ατο ποιε. Διότι πάσα θλίψις γινομένη, ποκάτωθεν το θανάτου στι. Κα ατς κυψε δέξασθαι καθ᾿ αυτο θάνατον».
κουσες; Καμι θλίψη δν μετράει κάτω π τν σύνθλιψη στ θύρα 7, ταν συνειδητ «κύψεις δέξασθαι κατ σεαυτο τν θάνατον». «Οδν θαρσαλεώτερον», φίλε, π τ συνειδητ πόγνωση. Πίσω π τ μαρο γυαλί, στν λιγγο τς σούζας μ τ μηχανή, λάμπει πελπισμός σου. πελπισμς γι τν πτωμαΐνη τς καταναλωτικς εζωΐας, ηδία κα πελπισμς γι τ φανατισμ κα τ στράτευση τν μικρονοϊκν στ σιχαμερ πι πολιτικ παιχνίδι. πόγνωση π τν ψευτι τν «προοδευτικν», τ σημαδεμένα τραπουλόχαρτα τς φτηνς νάγκης ν ζητιανεύεις ναγνώριση κα πιτυχία. Μενε πελπισμένος, φίλε, κε, στ θύρα τς παναστατημένης ρνησης. Θύρα το μνημείου καί, δν μπορε, κάποια στιγμ θ δες κθαμβος «τν λίθον ποκυλισθέντα π τς θύρας το μνημείου». σ ξω π τ θύρα καί, μέσα, ψηλαφητ ζωντανός, μ σημάδια θανάτου στς παλάμες κα στν πλευρά, Ατς πο σ χει ρωτευθε τρελά, σένα, μοναδικ κα νεπανάληπτα. Μέσα π τ θύρα σύ, ποκάτωθεν το θανάτου, κι π᾿ ξω ζωοποις δύναμη το ραστ σου κα φωνή Του, ομφαία γερσης: «Λάζαρε, δερο ξω!».
Ν πες τ ζω κα τ θάνατο, ν φτάσεις στ μεδούλι τς παρξης μ τς 200 λέξεις τν περιθωριακν της πόγνωσης; Ναί, δν πάρχει λλη γλώσσα – ναγνώστη μου, βοήθεια! Λέξεις παχυλές, λιπαρ νοήματα σν καταστολισμένες λαμπάδες κα σοκολατένια αγ κα ξέχειλες μαγειρίτσες δν χωρνε τν νάσταση. Ποιο μς «προάγουν», ποιο μς δηγον στν νάσταση; Τελνες, πόρνες, λστς κα σωτοι, ο περιθωριακο τς πόγνωσης. «Οκ λθον καλέσαι δικαίους, λλ μαρτωλος ες μετάνοιαν». Βγάλτε κα τ μετάνοια π τν κατάψυξη, φίλοι. Δν σημαίνει μετάνοιωμα, σημαίνει νάσταση: Ν λλάξει νος, ν καταλαβαίνει τ ζω μ τ μέτρα τς ζως, μ τ μέτρα το ρωτα, χι σν βιολογικ πιβίωση. δίκαιος καταλαβαίνει γι ζω τ νομικίστικη ρετή του, προοδευτικς τν φαντασιωτική του στερία γι βελτιώσεις τς θνητς πιβίωσης. Κοινωνικο στόχοι, δικαιώματα, οκονομικ νάπτυξη, κολοκύθια στ πάτερο μπροστ στ θάνατο. Μόνο πελπισμένος π᾿ λα καταλαβαίνει γι ζω τ ζωή: Ν εσαι σύ, μοναδικς κα νεπανάληπτος, έναα ρωτευμένος μ τ Νυμφίο, τ νυμφαγωγ τς ζως, πο κυψε δέξασθαι καθ᾿ αυτο θάνατο σταυρικό, π παραφορ ρωτα γι κάθε πεγνωσμένο. Κα νέστη κ νεκρν, γιατ μετάπλασε κα τν βιολογικ θάνατο σ προσωπικ ρωτα. δική σου μοιβαιότητα στν ρωτά Του εναι πίσης νάσταση, ζω πέρα π χρόνο, χρο κα φθορά. κος; πάρχουμε χι σο λειτουργον τ βιολογικά μας κύτταρα, λλ σο τελείωτα διαρκε ρωτάς μας. κος; Δν θ πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη!
Φρίξε, φρικι τς πόγνωσης, φρίξε στ μυστικ ρίγος το ναπάντεχου ρωτα. «Ατς μν ράσθη πρτος. μν χθρν κα πολεμίων παρχόντων. Κα οκ ράσθη μόνον, λλ κα τιμάσθη πρ μν κα ἐῤῥαπίσθη κα σταυρώθη κα ν νεκρος λογίσθη. Κα δι πάντων τν περ μς ατο παρέστησεν ρωταν».
Πέρα π τς 200 λέξεις τς πεγνωσμένης νέκρας ρχίζει διάλογος τς Σόνιας τς πόρνης μ τ ασκόλνικοφ, τν «προοδευτικ» φονι στ γκλημα κα Τιμωρία. Το διαβάζει Σόνια – ώσικο παρανόμι τς Σοφίας – στ κατ ωάννην Εαγγέλιο τ νάσταση το Λαζάρου. Διάλογος φονι μ πόρνη κα τ θέμα - ποι λλο; – νάσταση.
Συγχωρτε με, φίλοι, λλ νάσταση δν εναι γι μς τος βολεμένους, μ τς σίγουρες δεολογικς πεποιθήσεις, τ βιβλιάριο πιταγν στν τσέπη, τς λπίδες στ κόμμα κα στς προοπτικς κοινωνικν μεταλλαγν. μες ψάχνουμε γι τ πραγματικ μόνο σ χώρους παραισθήσεων: στς νομικς κατοχυρώσεις τν δικαιωμάτων μας, στς συνδικαλιστικς θωρακίσεις τν διεκδικήσεών μας. Λογαριάζουμε γι πραγματικ ατ πο μς πληροφορον ο πατηλές μας ασθήσεις κα διαλεκτική μας ξύνοια. Θλιβερς μαριονέτες τν βιολογικν μας λειτουργιν, ξέρουμε γι θάνατο μόνο τ εθύγραμμο καρδιογράφημα, γι᾿ ατ κα δν ποψιαζόμαστε τίποτα γι τ ζωή.
Μόνο κε, στς θύρες τς πόγνωσης, στ θύρα το μνημείου, πο χάσκει νοιχτ πως τ στόμα το κήτους, σ κείνη τν κόψη νθοβολε νάσταση: ναστημένος πατάει μ τ θάνατο τ θάνατο – θανάτ θάνατον πατήσας – κα βεβαιώνει πς μοναδικ σημάδι τς νάστασης, μοναδικ «σημεον», εναι κάθοδος στν δη, στν κοιλία τος κήτους, στ βάθη τς βύσσου – μοναδικ σημεο ωνς. Ξέρετε τν ων, φίλοι μου; Θ χαρ πολ ν σς κάνω τς συστάσεις: Μέγα Σάββατο πρωΐ, ραντεβο μ τν ων στν Μέγα σπερινό. τσι: πρω στν σπερινό, βγάζοντας τ γλώσσα στ γραμμικ διαδοχ το χρόνου.
Φίλοι οκαμπίληδες κα χεβυμεταλλάδες, ποις λήθεια σς πρωτομίλησε γι τν Θεό; Σίγουρα σς τν περάσαμε γι σιγουριά, τόσο θωρακισμένη σο κα λες ο νεκρς ννοιες τς λογικς μας. Κάτι σν πέρτατο μπάτσο, γγύηση τς ννομης ποχαύνωσης, μ γκλμπ πο κοπανάει κατακέφαλα κάθε τίθασση περακτροπ τς σάπιας ρεμίας μας.
μως σες, παιδι το ων, βγαλμένα μέσα π τν κοιλι το κήτους, πλστε τ χέρια κα ψηλαφίστε στ θύρα τς πόγνωσης τ μοναδικ γκυρο σημάδι: Θες εναι βεβαιότητα, Θες εναι ίσκο, γνωρίζουμε τν Θε παλεύοντας μία σχέση, χι κατανοώντας να νόημα. Πετάξτε τν ννοια, κρατστε τ νομα – μιλμε γι πώνυμο ρωτα, χι γι φαντάσματα νοημάτων. Δν σς λέω τ νομα, φοβμαι μ σς τ σερβίρω σν δέα. λτε ν χορέψουμε πόψε, χοροπηδώντας κοπαδιαστ μ τος πεθαμένους, πο εναι πι ζωντανο π τος ζωντανούς, τος δικούς μας γγύτατους ζωντανούς της ζωτικς πόγνωσης, ν τραγουδήσουμε τ νομα πο νέστη στ δική μας μάζωξη, στ δική μας θύρα, τ θύρα το μνημείου. σοι γεύτηκαν τ τί θ πε « ποκάτωθεν το θανάτου», λοι σοι ζον, γιατί συνειδητ παραιτήθηκαν π τς παρηγόριες τν ψευδαισθήσεων, λοι θ εναι κε. Ο περιθωριακο πρωτοπόροι, λστές, πόρνες, τελνες κα σωτοι, ναστημένοι λοι στ πανηγύρι το ρωτα γι τν ναστημένο. λοι ο πελπισμένοι π λα, θ χορέψουμε τν νάσταση, θ χορέψουμε τν πόγνωση πο νθοβολάει ζωή, μεταλλάζοντας τ θάνατο σ ρωτα.
Τ γλέντι θ ρχίσει ργά, ταν σκορπίσουν τ τουριστικ κτοπλάσματα τς νέορτης θιμοτυπίας, ο χοντρονοικοκυραοι, πο θ ρθον κε μόνο σν γι περιτφ πρν π τ μαγειρίτσα ο σταυροκόπητοι προοδευτικοί, πι πεθαμένοι κι π᾿ τος πεθαμένους. Ν σκορπίσουν ατοί, ο παρασιτικοί, κα θ ρχίσει τ γλέντι, τ πανηγύρι τς νάστασης.
αντεβού, φίλοι, στ δική μας θύρα, κε πο μοσχοβολάει νάσταση. Μέρα γδοη τς Κυριακς, αντεβο στν νάσταση.

Χρστος Γιανναρς
(Πάσχα 1991: π τ βιβλίο
ορτολογικ Παλινωδούμενα,
κδ. κρίτας, σελ. 92-98)