Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΑΠΡΙΛΙΟΥ


Πρόγραμμα ιερών ακολουθιών  Απρίλιος 2012 

Κυριακή 22.04.2012:          Όρθρος Αγ. Γεωργίου & Θεία Λειτουργία,  22.00-00.15                                                                         

Παρασκευή 29.04.2012:     Όρθρος & Θεία Λειτουργία   22.00-00.15



Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Αν δε μου' δινες ποίηση Κύριε


Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μάταιη ψυχή...




Πεθαίνοντας

Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς,
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη·

όταν, φτασμένη απάνω στον ορίζοντα, θα ιδείς
μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ' άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα

την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθείς
μ' ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια --
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις;
ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;


Κ.Καρυωτάκης

Αν...


Αν - R. Kipling



Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,

αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία, κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,

αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει, στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,

αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά, αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,

αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα, κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,

αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου, κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,

αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη, αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,

αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις, αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,

αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί, αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,

αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.

Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,

αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.

Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν, αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν

αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά, αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…

Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου… Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Ο μύθος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή (Ντοστογιέφσκι)


Ο μύθος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή

Ο Ιησούς Χριστός με τη ζωή και το έργο του, με την σταύρωση και την Ανάστασή του μας δίδαξε και μας χάρισε τη Ζωή και τη Χαρά. Ξεπέρασε και νίκησε τον μεγαλύτερο εχθρό, το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων των ανθρώπων, τον  Θάνατο. Συχνά ο θάνατος δε σηματοδοτεί μόνο το τέρμα της βιολογικής μας ύπαρξης αλλά μπορεί να γίνει διαρκές στοιχείο της ίδιας της ζωής μας. Μια ζωή χωρίς αληθινή χαρά είναι μια ζωή γεμάτη από τη μιζέρια του Θανάτου. Ο Χριστός μας δίνει τη δυνατότητα να γίνουμε ένα με αυτόν, να πεθάνουμε και να αναστηθούμε μαζί του, να γίνουμε ένα με τη Χαρά και τη Ζωή, που είναι ο ίδιος. Αρκεί μόνο να το θελήσουμε πολύ, να γίνει προτεραιότητά μας.
Ο Ιησούς Χριστός, ο δημιουργός όλου του κόσμου, σταυρώθηκε από τα δημιουργήματά του στα χρόνια που Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Εύκολα ρίχνουμε το βάρος της καταδίκης του Χριστού στους ανθρώπους της εποχής εκείνης και πιστεύουμε ότι εμείς ποτέ δε θα τολμούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Αν όμως δούμε καλλίτερα τις πράξεις μας και αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας, τους οποίους πρέπει να βλέπουμε ως τον ίδιο τον Χριστό, τότε θα καταλάβουμε πως δεν βρισκόμαστε και πολύ μακριά από τους σταυρωτές Του.
Το κείμενο που ακολουθεί μας βοηθά να σκεφτούμε πως κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας ο Χριστός σταυρώνεται συνέχεια και ο καθένας από εμάς έχει τις ευθύνες του.
             Η ιστορία του Μεγάλου Ιεροεξεταστού είναι ένας μύθος που υπάρχει στο αριστούργημα του Ντοστογιέφσκυ "Αδελφοί Καραμαζώφ". Παρουσιάζεται ως ένα ποίημα του δεύτερου από τους τρείς αδελφούς Καραμαζώφ, του πιό φιλοσοφημένου, του Ιβάν. Ο Ιβάν το παρουσιάζει στον μικρότερο αδελφό, τον πιό θρησκευόμενο, εκείνη τη στιγμή δόκιμο μοναχό, τον Αλιόσα.
Πρόκειται για μια εκπληκτική ανατομία της ανθρώπινη προσωπικότητας, τόσο σέ ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, όσον αφορά το ζεύγμα εξουσία-ελευθερία.
Μια επιπόλαιη ανάγνωσή του θα μείνει στα μορφολογικά του στοιχεία και θα καταλήξει στο συμπέρασμα, που ήδη ο συγγραφέας μας προσφέρει, προλαμβάνοντάς μας. Ο μύθος δεν αφορά εμάς, μιλά για την Καθολική Εκκλησία. (Ή μήπως τέτοια είν' η αντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας; Αυτά όλα τάκανε η Ρώμη κι ακόμη όχι ολόκληρη μα τα χειρότερα στοιχεία της, ανάμεσα στον Καθολικισμό, οι ιεροεξεταστές, οι Ιησουΐτες !.. αναφωνεί ο Αλιόσα!)
Χωρίς αμφιβολία ο Ντοστογιέφσκυ αναφέρεται και στους προβληματισμούς της εποχής του, αλλά ο πυρήνας του μύθου είναι διαχρονικός, αναφέρεται σε κάθε εξουσία, σε κάθε είδος και μορφή εξουσίας.
Δεν θα δυσκολευτεί κανείς να παρατηρήσει μερικούς ιεροεξεταστές στους θρησκευτικούς κύκλους της χώρας μας, αλλά και παντού. Η δύναμη της ανάλυσης του Ντοστογιέφσκυ βρίσκεται στο ότι μας φανερώνει πολύ περισσότερους ιεροεξεταστές, σε κάθε (άλλο) χώρο της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τους ιεροεξεταστές, από «οι φιγούρες που να μπορούν να μας επιβληθούν και να μας πούνε τι πρέπει να κάνουμε». Μάλιστα δε αυτούς που βρίσκονται στο εντελώς άμεσο περιβάλον του.
Η μοναδικότητα όμως του Μύθου είναι ότι μας αποκαλύπτει την αντιμετώπιση από τον Χριστό του ζεύγματος αυτού. Αναλύει με τρομακτική δύναμη το πόσο παράλογη εμφανίζεται στο μυαλό και την λογική μας η ελευθερία που μας επαγγέλεται ο Χριστός.
Είναι ακατανόητο, αλλά και ανήκουστο, όμως όταν ο Θεός συνδιαλέγεται με τον άνθρωπο, αυτή την συμπεριφορά έχει και ανάλογη συμπεριφορά μας προτρέπει να επιδεικνύουμε προς τους συνανθρώπους μας. Σκληρός ο Λόγος, τις δυναται ακούειν! Είμαστε πολλοί αυτοί που «διορθώνουμε» τον Θεό!
Τελικά βέβαια ο Ντοστογιέφσκυ δεν μας δίδει λύση. Ο Κρατούμενος φεύγει χωρίς να πεί τίποτα. Ίσως γιατί η λύση του άλυτου προβλήματος είναι κρυμμένη μέσα στο Φως της Μεταμορφώσεως!
Το κείμενο είναι παρμένο από το βιβλίο "Αδελφοί Καραμαζώφ" των εκδόσεων Βιβλιοθήκη για Όλους, σε μετάφραση από τα ρωσικά του Δ. Π. Κωστελένου και επιμέλεια Έλλης Αλεξίου.
(Μιλά ο Ιβάν Καραμαζώφ)
Το ποίημά μου έχει τούτο τον τίτλο ! "Ο Μέγας Ιεροεξαταστής" είναι ανόητο, μα θέλω να σου το πω.(Αναφέρεται προς τον αδελφό του Αλιόσα)
- Μια εισαγωγή είναι ωστόσο απαραίτητη από φιλολογικής πλευράς. Η δράση εξελίσσεται στον 16ο Αιώνα. Ξέρεις πως εκείνη τήν εποχή συνήθιζαν να παρεμβάλλουν στα ποιήματα ουράνιες δυνάμεις. Δε μιλώ για τον Ντάντε. Στη Γαλλία οι κληρικοί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, κι οι καλόγεροι έδιναν παραστάσεις βγάζοντας στη σκηνή τη Μαντόνα, άγγελους κι άγιους, το Χριστό, και το Θεό. Βέβαια αυτά ήταν θεάματα όλο αφέλεια και πρωτογονισμό. Στην "Παναγία των Παρισίων " του Βικτόρ Ουγκώ προς τιμήν της γέννησης του διαδόχου του θρόνου, την εποχή του Λουδοβίκου ΧΙου, στο Παρίσι, ο λαός προσκαλούνταν να παρακολουθήσει μια παράσταση διδακτική, ολότελα δωρεάν: "Την Καλή Κρίση της Παναγιωτάτης και Κεχαριτωμένης Παρθένου Μαρίας. "Σ' αυτό τό "Μυστήριο" η Παναγία εμφανιζόταν αυτοπροσώπως καί πρόφερε την καλή κρίση της. Σ' εμάς, εδώ στη Μόσχα, πριν απ' την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, έδιναν από καιρό σε καιρό παραστάσεις τέτοιου είδους, που τις δανείζοντας προπάντων από την Παλαιά Διαθήκη. Εξάλλου κυκλοφορούσαν ένα πλήθος αφηγήματα, ποιήματα, όπου φιγουράριζαν ανάλογα με την περίσταση και τις ανάγκες, άγιοι κι άγγελοι, μια ολόκληρη στρατιά. Στα μοναστήρια μας πάλι, μετάφραζαν, αντέγραφαν τούτα τα ποιήματα, έγραφαν ακόμη και καινούργια κι όλ' αυτά κάτω από την Ταταρική κατοχή. Λόγου χάρη, υπάρχει ένα τέτοιο μικρό μοναστηριακό, ας πούμε, ποίημα, που χωρίς αμφιβολία τόχουν μεταφράσει από τα ελληνικά : " Η Παρθένος ομιλεί προς τους κολασμένους ", με εικόνες που έχουν Δαντική δύναμη. Η Παρθένος επισκέπτεται τήν Κόλαση, καθογηγούμενη από τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Βλέπει τους κολασμένους και τα βασασιστήριά τους. Ανάμεσα στους άλλους υπάρχει και μια πολύ ενδιαφέρουσα κατηγορία αμαρτωλών, που βρίσκονταν σε μια λίμνη φωτιάς. Μερικοί βούλιαζαν σ' αυτή τη λίμνη και δεν ξαναφαίνονταν πια? "αυτοί ξεχάστηκαν κι από τον ίδιο το Θεό", έκφραση που κρύβει βαθύτητα, και ζωντάνια μοναδική. Η Παρθένος συγκινημένη, πέφτει γονατιστή μπρος στο θρόνο του Θεού και ζητά χάρη για όλους τους αμαρτωλούς που είδε στην Κόλαση, χωρίς εξαίρεση......Ο διάλογος με το Θεό έχει πολύ ενδιαφέρον. Τον ικετεύει, επιμένει, κι όταν ο Θεός της δείχνει τά χέρια και τα πόδια του γιού της, που είναι τρυπημένα από τα καρφιά και τη ρωτά: "Πως θα μπορούσα να συγχωρήσω τους δημίους του"; - εκείνη διατάσσει όλους τους αγίους κι όλους τους μάρτυρες, κι όλους τους αγγέλους να πέσουν στα γόνατα μαζί της και να παρακαλέσουν να δοθεί χάρη σ' όλους τους αμαρτωλούς χωρίς εξαίρεση. Τελικά πετυχαίνει να σταματήσουν τα βασανιστήρια, κάθε χρόνο απ' τη Μεγάλη Παρασκευή ως την Πεντηκοστή, κι οι κολασμένοι από τα έγκατα ευχαριστούν το Θεό καί φωνάζουν: "Κύριε! Η τιμωρία μας είναι δίκαιη! "Ε, λοιπόν, το μικρό μου ποίημα, θάταν κάπως έτσι, αν είχε γραφτεί εκείνη την εποχή. Εμφανίζεται ο Θεός, δε λέει τίποτα παρά μόνο περνά πάνω απ' τη σκηνή. Δεκαπέντε αιώνες έχουν κυλήσει από τότε που υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει στη βασιλεία Του, από τότε που ο προφήτης του έγραψε : " Περί δέ της ημέρας εκείνης ουδείς γιγνώσκει ουδέ οι άγγελοι των ουρανών ειμή μόνον ο Πατήρ εμού", σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια του Χριστού πάνω στη γη. Κι η ανθρωπότητα τον περιμένει με την ίδια την αλλοτινή πίστη, μια πίστη πιο φλογερή ακόμη, γιατί δεκαπέντε αιώνες έχουν περάσει από τότε που οι ουρανοί έπαψαν να προσφέρουν εγγυήσεις στον άνθρωπο:
" Πίστευε όσα η καρδιά σου λέει
εγγύηση άλλη ο Ουρανός δε δίνει "
"Είν' αλήθεια πως πολλά θαύματα γίνηκαν τότε : "άγιοι γιάτρευαν τον κόσμο, η Βασίλισα των Ουρανών κατέβαινε κι επισκεπτόταν ορισμένους δίκαιους, αν δώσουμε πίστη στο "βίο" τους. Μα ο διάβολος δεν κοιμάται? η Ανθρωπότητα άρχισε συχνά ν' αμφιβάλλει για την αυθεντικότητα αυτών των θαυμάτων. Εκείνη την εποχή γεννιέται στη Γερμανία μια τρομακτική αίρεση που αρνιέται τα θαύματα. "Και έπεσεν εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς (η Εκκλησία προφανώς ! ) και έπεσεν επί το τρίτον των ποταμών και επί τας πηγάς των υδάτων και κατέστησε ταύτα πικρά "Η πίστη των πιστών όμως διπλασιάσθηκε. Τα δάκρυα της ανθρωπότητας υψώθηκαν προς εκείνον όπως άλλοτε.....Ύστερ' από τόσους αιώνες, η ανθρωπότητα παρακαλεί με πάθος καί φλόγα : "Κύριε καί Θεέ μου πρόσελθε !", ύστερ' από τόσους αιώνες, φωνάζει στο Θεό να θελήσει μέσα στην απέραντη ελεημοσύνη του, να προστρέξει κοντά στους πιστούς του. Πριν, είχε κιόλας επισκεφθεί τους δίκαιους, τους μάρτυρες, τους άγιους αναχωρητές, όπως αναφέρουν οι βιογράφοι τους. Σ' εμάς, ο Τιούτσεφ που πίστευε βαθιά στην αλήθεια των λόγων του, διακήρυξε ότι
" Καταπονημένος απ' του σταυρού το βάρος
ο βασιλιάς των Ουρανών, με του ταπεινού το θάρρος ήρθε,
πατρική μου γη, να σε διασχίσει
κι ολόκληρη απ' άκρη σ' άκρη να σ' ευλογήσει ".
Μα να που θέλησε να παρουσιαστεί για μια στιγμή τουλάχιστο στον ταπεινωμένο κι' εξαθλιωμένο λαό, στο λαό που σερνόταν μέσα στην αμαρτία, μα που τον αγαπούσε μ' αφέλεια. Η δράση λοιπόν εξελίσσεται στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, στην πιο τρομερή εποχή της Ιεράς Εξέτασης, όταν κάθε μέρα άναβαν φωτιές κι έκαιγαν ανθρώπους για την αγάπη του Θεού κι όπου
" Σ' υπέροχες λαμπαδιαστές φωτιές
έκαιγαν τις τρομερές αιρετικές "
"Ώ, μα δεν ήταν έτσι που υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει, στους αιώνες των αιώνων, με το πλήρωμα του χρόνου, σ' όλη του την ουράνια δόξα, ξαφνικά, "καθώς η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών" . Όχι, θέλησε να επισκεφθεί τα παιδιά του στον ίδιο τον τόπο, όπου έκαιγαν οι φωτιές για τους αιρετικούς. Μέσα στην απέραντη ελεημοσύνη του, ξαναγυρίζει κοντά στους ανθρώπους, με τη μορφή που είχε κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων της δημόσιας ζωής του. Νάτον που κατεβαίνει τους ηλιολουσμένους δρόμους αυτής της μεσογειακής πόλης, όπου ακριβώς την παραμονή, μπροστά στο βασιλιά, τους αυλικούς, τους ιππότες, τους καρδινάλιους, και τις πιο χαριτωμένες κυρίες της Αυλής, ο Μέγας Ιεροεξεταστής έβαλε να κάψουν μια εκατοστή αιρετικούς “ Ad Majorem Dei Gloriam “. Εμφανίζεται αθόρυβα, χωρίς να τον προσέξει κανένας και- πράγμα παράξενο- όλοι τον αναγνωρίζουν. Αυτό θα γινόταν έν' από τα καλύτερα κομμάτια του ποιήματός μου, χωρίς βέβαια να κάτσω να εξηγήσω το λόγο. Ο λαός σα να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, όλοι μαζεύονται στο πέρασμά του και τον ακολουθούν. Σιωπηλός, περνά καταμεσίς του πλήθους, μ' ένα χαμόγελο απέραντης συμπάθειας. Η καρδιά του πλημμυρίζει από αγάπη, τα μάτια του αντανακλούν τη Γνώση, το Φως, τη Δύναμη, που φωτίζουν και ξυπνούν την αγάπη στις καρδιές, τους απλώνει τα χέρια, τους ευλογεί, μια άρετή εξυγίανσης βγαίνει απ' την κάθε επαφή μαζί του κι' ακόμη απ' τα φορέματά του. Ένας γέρος, τυφλός απ' τα παιδικά του χρόνια φωνάζει μεσ' από το πλήθος : "Κύριε θεράπευσέ με και θα δω". Ο λαός χύνει δάκρυα χαράς καί φιλά το χώμα όπου πατά. Απ' τα μάτια του γέρου πέφτει ένα φλούδι κι εκείνος βλέπει. Τα παιδιά σκορπίζουν λουλούδια στο πέρασμά του και φωνάζουν "Ωσαννά!" Εκείνος, φωνάζουν. Είναι Εκείνος ! δεν μπορεί παρά νάναι Εκείνος. Σταματά στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης τη στιγμή που φέρνουν ένα μικρό άσπρο φέρετρο, όπου αναπαύεται η εφτάχρονη μοναχοκόρη κάποιου προύχοντα. Η νεκρή είναι σκεπασμένη με λουλούδια. "Θ' αναστήσει το παιδί σου", φωνάζουν απ' το πλήθος, κι η μητέρα κλαίει. Ο παπάς που προχωρεί μπρός απ' το φέρετρο, κοιτάζει μ' ένα ύφος συγχυσμένο καί ζαρώνει τα φρύδια. Ξαφνικά, μια φωνή αντηχεί, η μητέρα ρίχνεται στα πόδια του : "Αν είσαι Εσύ, ανάστησε το παιδί μου !" και του απλώνει τα χέρια της. Η πομπή σταματά, αφήνουν το φέρετρο πάνω στις πέτρες της πλατείας. Το κοιτάζει με οίκτο, το στόμα του προφέρει για μια φορά ακόμη : "Ταλιθά κούμμι , και η κόρη εγείρεται". Η νεκρή σηκώνεται, κάθεται και κοιτάζει γύρω της με ύφος κατάπληκτο, χαμογελαστή. Κρατεί ακόμη στα χέρια της το μπουκέτο με τ' άσπρα τριαντάφυλλα, που συνηθίζουν να δίνουν στους νεκρούς. Μέσα στο πλήθος, όλοι έχουν ταραχτεί,φωνάζουν, κλαίνε. Εκείνη τη στιγμή περνά από την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής. Είν' ένας ψηλός γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες, μα που μέσα του λάμπει ακόμη μια σπίθα. Δε φορεί πια εκείνη την περίλαμπρη στολή, που τον έκανε να ξεχωρίζει χτες μέσα στο πλήθος, την ώρα που έκαιγαν τους εχθρούς της Καθολικής Εκκλησίας? έχει ξαναβάλει το παλιό, ασκητικό του ράσο. Οι βοηθοί του κι ο Μέγας Σκευοφύλακας τον ακολουθούν από απόσταση, όλο σεβασμό. Σταματά πλάι στο πλήθος και κοιτάζει από μακριά. Τα είδε όλα, το φέρετρο ακουμπισμένο μπροστά Του, την ανάσταση του κοριτσιού, και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει... Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερή φλόγα. Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν. Είναι τόσο μεγάλη η δύναμή του καί ο λαός τόσο συνηθισμένος να τον υπακούει, που όλοι παραμερίζουν, υπακούουν τρέμοντας? μέσα σε μια θανάσιμη σιωπή, οι χωροφύλακες τον πιάνουν και τον φέρνουν μπροστά του. Σαν ένας άνθρωπος όλο αυτό το πλήθος γονατίζει μπρός στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή που σηκώνει το χέρι του και τον ευλογεί κι ύστερα χωρίς να πει μια λέξη εξακολουθεί το δρόμο του. Οδηγούν τον Κρατούμενο στο θλιβερό και παλιό κτίριο της Αγίας Σκεύης, και τον κλείνουν εκεί, σ' ένα μικρό υπόγειο κελλί. Η ημέρα περνά κι έρχεται η νύχτα, μια νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστή κι αποπνικτική. Ο αγέρας είναι πλημμυρισμένος απ' τις μυρωδιές που ξεχύνουν οι ροδοδάφνες και οι πορτοκαλλιές. Μέσα στα σκοτάδια, η σιδερένια πόρτα του κελλιού ανοίγει, και παρουσιάζεται ο Μέγας Ιεροεξεταστής μ' ένα δαυλό στο χέρι. Σταματά στο σκαλοπάτι, παρατηρεί για πολλήν ώρα την Αγία Μορφή, τελικά πλησιάζει, ακουμπά τη δάδα πάνω στο τραπέζι και του λέει: "Εσύ; Είσαι Εσύ;" Μην παίρνοντας απάντηση προσθέτει γρήγορα: "Μη λες τίποτα, πάψε. Άλλωστε τι θα μπορούσες να πεις; Τα ξέρω όλα πολύ καλά. Και δεν έχεις το δικαίωμα να προσθέσεις ούτε μια λέξη στα όσα είπες άλλοτε. Γιατί ήρθες να μας αναστατώσεις; Γιατί, ναι, μας αναστατώνεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Αλλά ξέρεις τι θα συμβεί αύριο ; Αγνοώ ποιός είσαι κι ούτε θέλω να το ξέρω: είσ' Εσύ ή μόνο το ομοίωμά Σου; Όμως αύριο θα σε καταδικάσω και θα καείς στην πυρά, όπως ο χειρότερος των αμαρτωλών, κι αυτός ο ίδιος λαός που σου φιλούσε τα πόδια, θα ξεχυθεί αύριο, μόλις δώσω το σύνθημα, για να βάλει φωτιά στο σωρό με τα ξύλα. Το ξέρεις; Ισως - προσθέτει ο γέρος με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον κρατούμενό του, συλλογισμένος.
- Δεν καταλαβαίνω και πολύ καλά τι θές να πεις Ιβάν, αντέτεινε ο Αλιόσα, που όλη τούτη την ώρα άκουγε σιωπηλός. Μήπως είναι μια φαντασίωση του γέρου, ένα λάθος, που τον εντυπωσιάζει και τον τρομάζει;
- Παραδέξου αυτό τον τελευταίο συλλογισμό, λέει ο Ιβάν γελώντας , αφού ο σύγχρονος ρεαλισμός σ' έκανε μέχρι αυτού του βαθμού ανίκανο ν' αντιληφθείς το υπερφυσικό. Ας γίνει όμως όπως το θές. Είν' αλήθεια, ο Ιεροεξεταστής μου πάνω από ενενήντα χρονών πια, μπορεί σ' αυτή την ηλικία νάχει αρχίσει να χάνει το μυαλό του. Τέλος μπορεί και νάναι έν' απλό παραλήρημα, η ονειροπόληση μιανού γέρου που βρίσκεται στα τελευταία του, που η φαντασία του έχει εξαφθεί από τις τελευταίες ομαδικές εκτελέσεις στην πυρά. Αλλά, όραμα ή φαντασίωση, τι μας ενδιαφέρει; Αυτό που πρέπει μονάχα να σημειώσουμε είναι ότι ο Ιεροεξεταστής αποκαλύπτει επιτέλους τη σκέψη του, αποκαλύπτει όλα όσα είχε σκοτώσει μέσα του κατά την διάρκεια της σταδιοδρομίας του.
- Κι ο Κρατούμενος δε λέει τίποτα; Περιορίζεται μονάχα να τον κοιτάζει;
Πραγματικά. Δεν μπορεί να κάνει τίποτ' άλλο παρά να σωπαίνει. Ο ίδιος ο γέρος του παρατηρεί ότι δεν μπορεί να προσθέσει τίποτα στα παλιά του λόγια. Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του ρωμαιοκαθολικισμού, κατά την ταπεινή μου γνώμη: " Όλα μεταβιβάζονται από σένα στον Πάπα? όλα λοιπόν εξαρτιούνται πια από τον Πάπα. Έτσι μην έρχεσαι να μας ενοχλείς πριν την ώρα σου, τουλάχιστον". Αυτή είν' η θεωρία τους, η θεωρία έστω μόνο των Ιησουϊτών. Την βρήκαν στα θεολογικά τους κείμενα. "Έχεις το δικαίωμα να μας αποκαλύψεις ας είναι και έν' από τα μυστικά του κόσμου απ' όπου έρχεσαι;" ρωτά ο γέρος, κι απαντά ο ίδιος : "Όχι, δεν έχεις το δικαίωμα? γιατί τούτη η αποκάλυψη θαρχόταν να προστεθεί στην προηγούμενη, και μ' αυτόν τον τρόπο θ' αφαιρούσες απ' τους ανθρώπους την ελευθερία που την υπερασπίσθηκε τόσο πάνω σε τούτη τη γη. Όλες οι νεώτερες αποκαλύψεις θα έβλαπταν την ελευθερία της πίστης, γιατί θα εμφανίζονταν σαν οφειλόμενες σε θαύμα? όμως, εσύ ο ίδιος πριν από δεκαπέντε αιώνες έβαζες πάνω απ' όλα τούτη την ελευθερία της πίστης. Δεν είπες τάχα τόσες φορές : "Θέλω να σας καταστήσω ελεύθερους!" Ε, λοιπόν ! Τους είδες τους "ελεύθερους" ανθρώπους - προσθέτει ο γέρος με σαρκαστικό τόνο. Ναί, όλο αυτό μας στοίχισε πολύ ακριβά- εξακολούθησε κοιτάζοντάς τον μ' αυστηρότητα -μα επιτέλους τελειώσαμε τούτο το έργο στ' όνομά σου. Μας χρειάσθηκαν δικαπέντε αιώνες σκληρής δουλειάς, για να εγκαθιδρύσουμε την ελευθερία? μα τώρα πια έγινε, και καλά. Δεν το πιστεύεις; Με κοιτάζεις μάλιστα με τρυφερότητα, χωρίς ούτε να καταδεχτείς ν' αγανακτήσεις; Μα ξέρετε ότι οι άνθρωποι ποτέ άλλοτε δεν πίστεψαν τον εαυτό τους πιο λεύτερο όσο τώρα, κι ωστόσο, η ελευθερία τους είν' εκείνη, που έρχονται να την καταθέσουν ταπεινά στα πόδια μας. Αυτό λοιπόν είναι το έργο μας, για να λέμε την αλήθεια? αυτή είν' η ελευθερία που ονειρεύτηκες ;"
-Πάλι δε καταλαβαίνω, τον σταμάτησε ο Αλιόσα. Τον κορόιδευε δηλαδή, τον ειρωνευόταν ;
- Καθόλου! Καυχιόταν πως αυτός κι οι δικοί του μπόρεσαν να καταπιέσουν την ελευθερία, μέσα στο σχέδιό του να κάνουν τους ανθρώπους ευτυχισμένους. "Γιατί τώρα για πρώτη φορά (μιλά φυσικά για την Ιερά Εξέταση), μπορούμε να σκεφτούμε πάνω στην ευτυχία των ανθρώπων. Φυσικά εκείνοι επαναστάτησαν ? μήπως όμως οι επαναστατημένοι μπορούν ποτέ να είναι ευτυχισμένοι ; Ήσουν πληροφορημένος για όλ' αυτά -συνεχίζει ο γέρος- τα συμβούλια δε σου λείπουν, αλλά δε λογάριασες τίποτα, δε σκέφτηκες το μοναδικό μέσο για να γίνουν οι άμθρωποι ευτυχισμένοι? ευτυχώς που φεύγοντας ανάθεσες σ' εμάς το έργο, μας το υποσχέθηκες, μας παραχώρησες επίσημα το δικαίωμα να λύνουμε και να δένουμε? τώρα, δεν πιστεύω να σκέφτηκες να μας το αφαιρέσεις; Για ποιό λόγο λοιπόν ήρθες να μας αναστατώσεις ; "
-Τι σημαίνει αυτό : " Οι πληροφορίες και τα συμβούλια δε σούλειψαν ;" ρώτησε ο Αλιόσα.
-Μα αυτό είναι το βασικό της ομιλίας του γέρου : "Το Πνεύμα, το τρομερό και βαθύ, το Πνεύμα της καταστροφής και του μηδενισμού -συνεχίζει- σου μίλησε στην έρημο, κι οι Γραφές αναφέρουν ότι "σ' έβαλε σε πειρασμό". Είν' αλήθεια αυτό; Και μπορούμε να πούμε τίποτα πιο διεισδυτικό, απ' αυτό που σου είπε στα τρία εκείνα ερωτήματα ή, για να μιλήσουμε όπως οι Γραφές- στους τρεις "πειρασμούς" που απέκρουσες ; Αν πραγματικά σημειώθηκε ποτέ πάνω στη γη ένα θαύμα αυθεντικό, που να τόμαθε όλος ο κόσμος, έγινε κείνη την ημέρα των τριών ερωτήσεων. Και μόνο το γεγονός ότι διατυπώθηκαν αυτά τα τρία ερωτήματα αποτελεί ένα θαύμα. Ας υποθέσουμε ότι τα σβήνουμε μεσ' από τις Γραφές, κι ότι πρέπει να τ' αποκαταστήσουμε, να τα φανταστούμε πάλι για να τα τοποθετήσουμε εκεί, και συγκεντρώνουμε γι' αυτό το σκοπό όλους τους σοφούς της γης, πολιτικούς, δεσποτάδες, διανοούμενους, φιλοσόφους, ποιητές, λέγοντάς τους: σκεφτείτε και συντάξετε πάλι τρία ερωτήματα που όχι μόνο ν' αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος, μα ακόμη και να εκφράζουν σε τρεις φάσεις όλη τη μελλοντική ιστορία της ανθρωπότητας, πιστεύεις ότι αυτός ο Άρειος Πάγος, της ανθρώπινης σοφίας θα μπορούσε να φανταστεί τίποτα το ίδιο δυνατό και το ίδιο βαθύ, με τα τρία ερωτήματα που σου πρότεινε τότε το ισχυρό Πνεύμα; Αυτά τα τρία ερωτήματα αποδείχνουν από μόνα τους ότι έχουμε να κάνουμε μ' ένα Πνεύμα αιώνιο κι απόλυτο, κι όχι μ' ένα διαβατάρικο πνεύμα όπως το ανθρώπινο. Γιατί περικλείνουν μέσα τους και προλέγουν ταυτόχρονα όλη την κατοπινή ιστορία της ανθρωπότητας? είναι οι τρεις μορφές όπου αποκρυσταλλώνονται όλες οι αντιθέσεις, οι αξεδιάλυτες της ανθρώπινης φύσης. Τότε δεν μπορούσαμε να το αντιληφθούμε αυτό, γιατί το μέλλον δεν είχε αποκαλυφθεί, μα τώρα που κύλησαν δεκαπέντε αιώνες, βλέπουμε πως όλα είχαν προβλεφθεί σ' αυτά τα τρία ερωτήματα και πραγματοποιήθηκαν σε σημείο που νάναι αδύνατο να προσθέσεις ή ν' αφαιρέσεις μια λέξη.
"Αποφάσισε λοιπόν από μόνος σου, ποιός είχε δίκιο: εσύ, ή εκείνος που σε ρώτησε; Θυμήσου το πρώτο ερώτημα, την έννοια έστω κι όχι την επιφάνεια: θες να πας στον κόσμο μ' άδεια χέρια και να κηρύξεις μιαν ελευθερία που τους κάνει ανόητους και που η φυσική τους αχαριστία τους εμποδίζει να καταλάβουν, μια ελευθερία που την φοβούνται, γιατί δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ τίποτα πιο ανυπόφορο για τον άνθρωπο και για την κοινωνία, από τούτη την ελευθερία! Βλέπεις αυτές τις πέτρες στην άνυδρη έρημο; Μετάλλαξέ τις σε ψωμιά κι ο κόσμος θα τρέξει να πέσει στα πόδια σου, όμοια σαν ένα κοπάδι πειθαρχημένο κι όλο ευγνωμοσύνη, τρέμοντας ωστόσο μη τυχόν χάσουν την προστασία σου και πάψουν νάχουν ψωμί.
"Μα δε θέλησες να στερήσεις τον άνθρωπο απ' την ελευθερία του, κι αρνήθηκες, κρίνοντας πως η ελευθερία ήταν κάτι ασυμβίβαστο με την υποταγή που αγοράζεται με ψωμιά. Αποφάνθηκες πως ο άνθρωπος δεν ζει "μόνο με άρτον", μα ξέρεις ότι στ' όνομα του γήινου αυτού άρτου, το πνεύμα της Γης θα εξεγερθεί εναντίον σου, θ' αγωνιστεί και θα σε νικήσει, ότι όλοι το ακολουθούν φωνάζοντας: "Ποιός μοιάζει μ' αυτό το ζώο που μας έδωσε τη φωτιά τ' ουρανού;" Αιώνες θα περάσουν κι η ανθρωπότητα θα διακηρύσσει με το στόμα των σοφών και των συνετών της ότι δεν υπάρχουν εγκλήματα και κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν κι αμαρτήματα? ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο πεινασμένοι. "Θρέψε τους πρώτα κι ύστερα ν' απαιτείς απ' αυτούς νάναι "ενάρετοι". Να τι θα γράψουν στο λάβαρο της επανάστασής τους, που θα επιτεθεί στο ναό σου. Στη θέση του ένα καινούργιο οικοδόμημα θα υψωθεί, ένας νέος πύργος της Βαβέλ, που θα παραμείνει δίχως αμφιβολία ατέλειωτος, όπως κι ο πρώτος εκείνος? αλλά θα μπορούσες να γλυτώσεις τους ανθρώπους απ' αυτή την δοκιμασία, κι από χιλιόχρονα βάσανα. Γιατί θα ξανάρθουν να μας βρουν αφού θάχουν κοπιάσει χίλια χρόνια να χτίσουν τον πύργο τους! Θα μας αναζητήσουν κάτω απ' τη γη, όπως άλλοτε, μέσα στις κατακόμβες όπου θάμαστε κρυμένοι (θα μας βασανίσουν πάλι) και θα κραυγάσουν: "Δώστε μας να φάμε γιατί αυτοί που μας υποσχέθηκαν τη φωτιά τ' ουρανού δε μας την έδωσαν". Τότε θ' αποτελειώσουμε εμείς τον πύργο τους, γιατί δε χρειάζεται για κάτι τέτοι παρά μόνο η τροφή, και θα τους θρέψουμε, υποτίθεται στ' όνομά σου, θα τους κάνουμε να το πιστέψουν τουλάχιστο. Χωρίς εμάς θάναι για πάντα τους πεινασμένοι. Καμιά γνώση δε θα τους δώσει ψωμί, όσο θα μένουν ελεύθεροι αλλά θα καταλήξουν να την καταθέσουν στα πόδια μας τούτη την ελευθερία τους, λέγοντας: "Υποτάξετέ μας, κάνετέ μας δούλους, μα δώστε μας να φάμε". Θα καταλάβουν επιτέλους πως η ελευθερία δε μπορεί να συμφιλιωθεί με το ψωμί της γης που είναι στη διάθεσή τους, γιατί ποτε δε θα μπορέσουν να το μοιράσουν μεταξύ τους! Θα πεισθούν ακόμη για την ανικανότητά τους νάναι ελεύθεροι, όντας αδύναμοι, ξεστρατισμένοι, μηδαμινοί κι επαναστατημένοι. Τους υποσχέθηκες τον ουράνιον άρτον? αλλά μπορεί κάτι τέτοιο, όσο δυνατό κ αν είναι σαν χτύπημα, να συγκριθεί μ' αυτό της γης, στα μάτια της αδύναμης και ξεστρατισμένης της αιώνια αχάριστης ανθρώπινης ράτσας; Χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδων ψυχές θα σε ακολουθήσουν εξαιτίας αυτού του ψωμιού, μα τι θα γίνουν τα εκατομμύρια κι οι χιλιάδες που δεν έχουνε το θάρρος να προτιμήσουν τον άρτο τ' ουρανού απ' τον άρτον της γης; Δεν θάφτανες στο σημείο να διαλέξεις τους μεγάλους και τους δυνατούς, που σ' αυτούς οι άλλοι, το αναρίθμητο πλήθος, που είναι αδύναμο μα που σ' αγαπά, θα χρησίμευε σαν εκμεταλλεύσιμο υλικό; Μας είναι το ίδιο αγαπητά και τ' αδύναμα πλάσματα. Παρόλο που είναι ξεστρατισμένοι κι επαναστατημένοι θα γίνουν πειθαρχικοί τελικά. Θα ξαφνιαστούν και θα μας πιστέψουν για θεούς μια που καταδεχτήκαμε να μπούμε επικεφαλής τους, για να τα καταφέρουμε έτσι που η ελευθερία που τους τρόμαζε να ξαναγυρίσει απ' άλλο δρόμο, κι ακόμη γιατί καταδεχτήκαμε να βασιλέψουμε πάνω τους, τόσο που στο τέλος θ' αρχίσουν πραγματικά να φοβούνται νάναι ελεύθεροι. Αλλα εμείς θα τους λέμε πως είμαστε υποτακτικοί σου, ότι βασιλεύουμε μόνο στ' όνομά σου. Θα τους ξεγελάσουμε πάλι, μια και δεν πρόκειται να σ' αφήσουμε να τους ξαναπλησιάσεις. Κι είναι τούτη η αγυρτεία που θα γίνει το βασανιστήριό μας, γιατί θα πρέπει να πούμε ψέματα. Αυτό είναι το πρώτο νόημα του ερωτήματος που σούκαναν στην έρημο, και να, που αποδιώχτηκες στ' όνομα αυτής της ελευθερίας που την τοποθετούσες πάνω απ' όλα. Ωστόσο αυτή είναι που κρύβει όλο το μυστικό του κόσμου. Γιατί αν δεχόσουν να κάνεις αυτό το θαύμα των ψωμιών θάχες κατασιγάσει την πανανθρώπινη αγωνία -ατόμων και ομάδων- δηλαδή θάδινες απάντηση στο αγωνιακό ερώτημα: "μπροστά σε ποιόν πρέπει να υποκλιθούμε;" Γιατί δεν υπάρχει για τον άνθρωπο που απομένει ελεύθερος, έγνοια πιο μόνιμη, πιο αγωνιώδης, απ' την αναζήτηση ενός πλάσματος για να το προσκυνήσουν. Αλλά, ο ελεύθερος άνθρωπος δε θέλει να υποκύψει παρά μόνο μπροστά σε κάποιον με αναμφισβήτητη αξία και δύναμη, που όλοι να τον σέβονται, με μια παγκόσμια συγκατάθεση. Αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα βασανίζονται αποζητώντας μια λατρεία, που να ενώνει όχι μόνο τους αδύναμους, και μικρούς πιστούς, αλλά που σ' αυτήν να μετέχουν όλοι μαζύ, ενωμένοι απ' την ίδια πίστη. Αυτή η ανάγκη της κοινότητας μέσα στη λατρεία, είναι το ουσιαστικώτερο βασανιστήριο του κάθε ατόμου και της ανθρωπότητας ολόκληρης, από την πανάρχαια εποχή... Για να πραγματοποιήσουν αυτό το σκοπό αλληλοεξοντώνονται με τη ρομφαία. Οι λαοί δημιούργησαν θεούς και τους έβαλαν ν' αντιμάχονται ο ένας τον άλλο: "Αρνηθείτε τους θεούς σας και πιστέψτε στους δικούς μας, αλλιώτικα δυστυχία σ' εσάς και στου θεούς σας!" Κι έτσι θα γίνεται ως τη συντέλεια του κόσμου, ακόμη κι όταν οι θεοί θάχουν εξαφανιστεί? οι άνθρωποι θα γονατίζουν μπρος στα είδωλα. Δεν αγνοούσες, δεν ήταν δυνατό ν' αγνοείς αυτό το βασικό μυστικό της ανθρώπινης φύσης, κι ωστόσο απόδιωξες το μοναδικό ακατανίκητο λάβαρο που σου προσφέρθηκε και που αναμφισβήτητα θάχε τυλίξει όλους του ανθρώπους μέσα του και θα τους έκανε να κλίνουν το κεφάλι μπρός σου, το λάβαρο του γήινου ψωμιού? το απώθησες στ' όνομα του ουράνιου άρτου και της ελευθερίας! Να τι έκανες κατόπι στ' όνομα πάντα της ελευθερίας! Δεν υπάρχει στο ξαναλέω, πιο αγωνιακή ανάγκη για τον άνθρωπο απ' το να βρει, όσο γίνεται πιο γρήγορα, ένα πλάσμα που να του παραδώσει αυτή την ελευθερία, που ο δυστυχισμένος κουβαλά στη ράχη του απ' τη στιγμή της γέννησής του. Αλλά για να διαθέσεις κατάλληλη την ελευθερία των ανθρώπων, πρέπει να τους προσφέρεις την ανάπαυση της συνείδησης. Το ψωμί θα σου εξασφάλιζε την επιτυχία? ο άνθρωπος υποκύπτει μπροστά σ' αυτόν που δίνει αυτό το ψωμί, γιατί πρόκειται για κάτι χεροπιαστό, μα όταν κάποιος άλλος θελήσει να γίνει κύριος της ανθρώπινης συνείδησης, θα παρατήσει ακόμη και τον άρτον σου, κατά μέρος για να προσφέρει αυτό που κατακτά τούτη την ανθρώπινη συνείδηση. Πάνω σ' αυτό είχες δίκιο, γιατί το μυστικό της ανθώπινης ύπαρξης συνίσταται όχι μόνο στο να ζήσει, μα και στο νάβρει ένα κίνητρο για τούτη τη ζωή. Χωρίς μια ξεκάθαρη ιδέα για το σκοπό της ύπαρξης, ο άνθρωπος προτιμά να τ' αρνηθεί όλα, έστω κι αν έχει όσο ψωμί θέλει γύρω του -θα προτιμήσει να καταστραφεί, παρά να μείνει στη γη. Μα τι απόγινε; Αντί να πάρεις στα χέρια σου την ανθρώπινη ελευθερία θέλησες να την εξαπλώσεις; Ξέχασες λοιπόν ότι ο άνθρωπος προτιμά την ησυχία του κι ακόμη το θάνατο, απ' την ελευθερία να ξεχωρίζει το Καλό απ' το Κακό; Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό για τον άνθρωπο απ' το να τον αφήνεις ασύδοτο, μα κι ακόμη τίποτα πιο επίπονο. Κι αντί για σταθερές αρχές που θάχαν καθησυχάσει για πάντα την ανθρώπινη συνείδηση, διάλεξες αόριστα νοήματα, παράξενα κι αινιγματικά, το κάθε τι που ξεπερνά τη δύναμη του ανθρώπου, κι ενέργησες κατά ένα τρόπο σα να μην αγαπούσες την ανθρωπότητα, εσύ, που ήρθες να δώσεις τη ζωή σου για χάρη των ανθρώπων! Μεγάλωσες την ανθρώπινη ελευθερία αντί να την περιορίσεις, κι επέβαλες για πάντα στο ηθικό άτομο τα βασανιστήρια αυτής της ελευθερίας. Θέλησες να σ' αγαπούν ελεύθερα, να σ' ακολουθήσουν εθελοντικά οι άνθρωποι γοητευμένοι από σένα. Αντί για τον σκληρό, παλαιό νόμο, ο άνθρωπος δέ θάχε τώρα παρά να ξεχωρίσει μ' ελεύθερη καρδιά το Καλό απ' το Κακό, χωρίς άλλο οδηγό έξω απ' την εικόνα σου -μα δεν πρόβλεψες ότι τελικά θ' απωθούσε και θα περιφρονούσε, αμφισβητώντας την εικόνα σου, έχοντας κουραστεί απ' αυτό το τρομερό φορτίο: την αλήθεια να διαλέξουν; Θα φωνάξουν τελικά πως η αλήθεια δε βρισκόταν σ' εσένα, γιατί αλλιώτικα δε θα τους άφηνες μέσα σε μια τέτοια αγωνιώδικη αβεβαιότητα, με τόσες αγωνίες κι αξεδιάλυτα προβλήματα. Προετοίμασες έτσι την καταστροφή της βασιλείας σου? μην κατηγορείς λοιπόν κανένα γι' αυτή την καταστροφή. Ωστόσο ήταν αυτό που σου πρότειναν; Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, οι μόνες που μπορούν να υποδουλώσουν για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδυνάμων επαναστατημένων, είναι: το θαύμα, το μυστήριο, η αυταρχικότητα ! Τ' απώθησες και τα τρία αυτά, δίνοντας έτσι ένα παράδειγμα. Το τρομερό και βαθύ Πνεύμα, σε είχε συμπαρασύρει μέσα στο Ναό και σου είχε πει: "Θες να ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού; Πέσε κάτω από δω ψηλά, γιατί είναι γραμμένο πως οι άγγελοι θα σε συγκρατήσουν και θα σε στηρίξουν, δε θα τραυματιστείς καθόλου, και τότε θα ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού, και θ' αποδείξεις έτσι την πίστη στον Πατέρα σου". Μα απόδιωξες και τούτη την πρόταση, δεν όρμησες να πέσεις κάτω. Έδειξες τότε μια υπέροχη περηφάνεια, ολότελα θεία, μα για τους ανθρώπους, ράτσα αδύναμη κι επαναστατημένη, δεν είναι θεοί ! Ήξερες πως κάνοντας ένα βήμα, μια χειρονομία για να ορμήσεις, θα ενοχλούσες τον Κύριο και θάχανες την πίστη σου σ' Αυτόν. Μα υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα ; Μπορούσες να παραδεχτείς έστω και για μια στιγμή ότι οι άνθρωποι θάχαν τη δύναμη ν' αντέξουν σ' ένα παρόμοιο πειρασμό ; Είναι τάχα μέσα στην ανθρώπινη φύση ν' αποδιώχνει το θαύμα, και στις σοβαρές στιγμές της ζωής μπροστά σε βασικά κι επίμονα προβλήματα, να διατηρεί την ελεύθερη κρίση της καρδιάς ; Ώ ! Ήξερες πως η σταθερότητά σου θ' αναφερόταν στις Γραφές, θα επιζούσε μέσα στους αιώνες, θάφτανε ως τις πιο μακρινές περιοχές, κι έλπισες πως ακολουθώντας το παράδειγμά σου, ο άνθρωπος θα περιοριζόταν στο Θεό χωρίς να προσφεύγει στο θαύμα. Μα αγνοούσες ότι ο άνθρωπος απωθεί το Θεό ταυτόχρονα με το θαύμα, γιατί είναι προπάντων το θαύμα που αποζητά. Καί καθώς δεν ξέρει πως να κάνει συγκεντρώνεται πάλι στον εαυτό του, καταφεύγει στους δικούς του, υποκλίνεται στα θαύματα κάποιου μάγου, στα μαγικά κόλπα μιας μάγισας, στον όποιο επαναστατημένο ή αιρετικό. Δεν κατέβηκες από το σταυρό όταν σε κορόιδευαν, κι όταν σου φώναζαν μ' απόγνωση: "Κατέβα από το σταυρό και θα σε πιστέψουμε". Δεν το έκανες, γιατί δε θέλησες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ' ένα θαύμα, επιθυμούσες μια πίστη που θάταν ελεύθερη και δε θα εμπνεόταν από θαύματα. Σου χρειαζόταν μια ελεύθερη αγάπη, κι όχι η δουλική συμπεριφορά του τρομοκρατημένου σκλάβου. Και στο σημείο αυτό ακόμη η ιδέα που είχες για τον άνθρωπο ήταν πολύ ανώτερη, γιατί οι άνθρωποι είναι σκλάβοι, έστω κι αν δημιουργούν επαναστατικές ιδέες. Δες μονάχος σου και κρίνε, τι έγινε ύστερ' από δεκαπέντε επαναστατημένους αιώνες, ποιός ανυψώθηκε ως εσένα; Σου το καταγγέλω: ο άνθρωπος είναι πιο αδύναμος και πιο χυδαίος, απ' όσο πίστεψες ποτέ. Μπορεί, είναι δυνατό ποτέ να ολοκληρωθεί ένας άνθρωπος, όπως εσύ; Η μεγάλη εκτίμηση που έτρεφες για τον άνθρωπο, αδίκησε τον οίκτο που έπρεπε να νιώσεις γι αυτόν. Ζήτησες πολλά απ' τους άνθρώπους, εσύ προπάντων που τους αγάπησες περισσότερο κι απ' τον εαυτό σου ! Αν τους εκτιμούσες λιγώτερο, θα τους είχες επιβάλει ένα ελαφρότερο φορτίο, που να αναλογεί περισσότερο στην αγάπη σου. Ο άνθρωπος είναι κουρασμένος κι αδύναμος. Τι σημασία έχει τώρα αν επαναστατούν παντού ενάντια στην εξουσία μας, κι αν είναι περήφανοι γι' αυτή την εξέγερση; Είναι κάτι ανόλογο με την αλαζονεία νεαρών σπουδαστών που εστασίασαν κι έδιωξαν το δάσκαλό τους. Αλλά τούτη η επιπολαιότητα των χαμινιών θα πάρει τέλος και θα τους στοιχίσει ακριβά. Θα γκρεμίσουν τους ναούς και θα πλημμυρίσουν τη γη στο αίμα? αλλά θα καταλάβουν επιτέλους αυτά τ' ανόητα παιδιά, πως δεν είναι παρά κάτι αδύναμοι στασιαστές, ανίκανοι να επαναστατούν για πολύ. Θα χύσουν ανόητα δάκρυα και θα καταλάβουν ότι ο Δημιουργός κάνοντάς τους έτσι επαναστάτες, θέλησε να τους κοροϊδέψει, σίγουρα. Θα το φωνάξουν μ' απελπισία κι αυτή η βλαστήμια θα τους κάνει ακόμη πιο δυστυχισμένους, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν ανέχεται τούτη τη βλαστήμια, και καταλήγει να παίρνει την εκδίκησή της. Έτσι, η αγωνία, η ταραχή, η δυστυχία είναι το μοιράδι των ανθρώπων, ύστερ' από τα μαρτύρια που δοκίμασες για να τους απελευθερώσεις ! Ο φωτισμένος προφήτης σου είπε, μέσα στο συμβολικό όραμά του, ότι είδε όλους όσοι παίρνουν μέρος στην πρώτη ανάσταση και τους αριθμεί σε δώδεκα χιλιάδες απ' την κάθε φυλή. Για νάναι όμως τόσο πολλοί, έπρεπε νάναι περισσότερο από άνθρωποι, έπρεπε νάναι θεοί. Υπόφεραν το σταυρό σου, και τη ζωή μέσα στην έρημο, τρώγοντας ακρίδες κι άγρια χόρτα? βέβαια, μπορεί νάσαι περήφανος γι' αυτά τα παιδιά της ελευθεριάς, για τούτη την ελεύθερη αγάπη, για την υπέρτατη θυσία τους στο' όνομά σου. Αλλά θυμήσου, δεν ήταν παρά μερικές δεκάδες χιλιάδες κι όλοι τους σχεδόν θεοί, οι υπόλοιποι όμως; Είναι από λάθος τους αυτών των άλλων, των αδύναμων, αν δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τα μαρτύρια των δυνατών; Η αδυναμία της ψυχής φταίει τάχα που δεν μπόρεσε να κρατήσει μέσα της τόσο τρομερά δώρα; Δεν ήρθες στ' αλήθεια για τους εκλεκτούς; Τότε, αυτό είναι ένα μαρτύριο, ακατανόητο για μας, και θάχαμε το δικαίωμα να το κηρύξουμε στους ανθρώπους, να τους διδάξουμε πως δεν πρόκειται για καμιά ελεύθερη απόφαση μέσ' από την καρδιά, ούτε για την αγάπη, αλλά για ένα μυστήριο που οφείλουν να υποταχτούν σ' αυτό τυφλά, ακόμη και ενάντια στη θέληση ή στην συνείδησή τους. Αυτό ακριβώς κάναμε κι εμείς. Διορθώσαμε το έργο σου στηρίζοντάς το πάνω στο "θαύμα, στο "μυστήριο" και στην "κυριαρχία". Κι οι άνθρωποι χαίρονται να ξαναγεννηθούν σαν ένα κοπάδι και ν' απαλλαγούν απ' αυτό το μοιραίο δώρο που τους προκαλούσε τόσα βάσανα. Είχαμε δίκιο που ενεργήσαμε έτσι; Πες μου! Δε σημαίνει ότι αγαπάς την ανθρωπότητα, όταν καταλαβαίνεις τις αδυναμίες της, όταν ξαλαφρώνεις το φορτίο της με την αγάπη, όταν ανέχεσαι ακόμη και την αμαρτία στον αδύναμο χαρακτήρα, φτάνει τούτη η αμαρτία να γίνεται με την άδειά μας; Γιατι λοιπόν νάρθεις και να εμποδίσεις το έργο μας; Γιατί κάθεσαι έτσι σιωπηλός και με κοιτάζεις με το τρυφερό και διαπεραστικό αυτό βλέμμα; Εξαφανίσου καλύτερα, δεν τη θέλω την αγάπη σου, γιατί ούτε κι εγώ σ' αγαπώ. Γιατί να το κρύψω; Ξέρω σε ποιόν μιλώ, ξέρεις όλ' αυτά που έχω να σου πω, το βλέπω μέσα στα μάτια σου. Τάχα είναι στο χέρι μου να σου κρύψω το μυστικό μας; Ίσως νάθελες να τ' ακούσεις απ' το στόμα μου, ορίστε που σου τόπα. Δεν είμαστα μαζί σου αλλά μ' Εκείνον που πέρασε εδώ και πολύν καιρό από τούτη τη γη. Είν' ακριβώς οχτώ αιώνες που πήραμε απ' Αυτόν τούτο το δώρο, το τελευταίο που εσύ απόδιωξες μ' αγανάκτηση, όταν σου έδειχνε όλα τα βασίλεια πάνω στη γη, δεχτήκαμε τη Ρώμη και το σπαθί του Καίσαρα, κι ανακηρυχτήκαμε οι μοναδικοί βασιλιάδες της γης, παρόλο που ως τώρα δεν είχαμε ποτέ τον καιρό ν' αποτελειώσουμε το έργο μας. Αλλά ποιανού είναι το λάθος ; Ω ! η υπόθεση αυτή δε βρίσκεται παρά μόνο στην αρχή, θέλει πολύν καιρό για να τελειώσει ακόμη, κι η γη θα χρειαστεί πολλά να υποφέρει ως τότε, αλλά εμείς θα φτάσουμε στο σκοπό μας, θα γίνουμε Καίσαρες και τότε θα συλλογιστούμε και την παγκόσμια ευτυχία.
"Ωστόσο, θα μπορούσες τότε νάχες πάρει το σπαθί του Καίσαρα. Γιατί τ' απόδιωξες αυτό το τελευταίο δώρο ; Ακολουθώντας εκείνη την τελευταία συμβουλή του παντοδύναμου Πνεύματος, θα μπορούσες να πραγματοποιήσεις το κάθε τι που ζητούν οι άνθρωποι στη ζωή, και πάνω σ' αυτή τη γη : να γίνεις ένας αφέντης που μπρός του να προσκυνούν, ένας φύλακας της συνείδησής τους, και το μέσο που θα τους ανάγκαζε να ενωθούν τελικά μονοιασμένοι σε μια κοινότητα μυρμηγκιών, γιατί η ανάγκη για παγκόσμια ένωση είναι το τρίτο και το τελευταίο βασανιστήριο της ανθρώπινης φυλής. Η ανθρωπότητα είχε πάντα την τάση, στο σύνολό της, να οργανωθεί σε μια παγκόσμια βάση. Υπάρχουν μεγάλοι λαοί μέσα στην Ιστορία μα στο μέτρο που ανυψώθηκαν υπόφεραν πιότερο, δοκιμάζοντας πιο ισχυρά απ' τους άλλους την ανάγκη τούτη για παγκόσμια ένωση. Οι μεγάλοι κατακτητές, οι Ταμερλάνοι κι οι Τζέγκις Χαν, που πέρασαν πάνω απ' τη γη σαν την καταιγίδα, ενσάρκωναν κι αυτοί οι ίδιοι χωρίς να το συνειδητοποιούν τούτη την τάση των λαών προς την ενότητα. Αν είχες δεχτεί την πορφύρα του Καίσαρα, θα μπορούσες να δημιουργήσεις τις βάσεις για μια παγκόσμια αυτοκρατορία και να φέρεις την ειρήνη στον κόσμο. Γιατί ποιός άλλος είναι προορισμένος να κυβερνήσει τους ανθρώπους παρά όποιος κυβερνά τη συνείδησή τους κι ακούει τον πόνο τους; Εμείς πήραμε το σκήπτρο του Καίσαρα, και κάνοντάς το αυτό σ' εγκαταλείψαμε για ν' ακολουθήσουμε Εκείνον. Ω, θ' ακολουθήσουν ακόμη αιώνες πνευματικής λγοκρισίας, μάταιας γνώσης κι ανθρωποφαγίας, γιατί μόνο έτσι θα καταλήξουν, αφού θα οικοδομήσουν τον Πύργο της Βαβέλ τους, χωρίς εμάς, να φτάσουν σ' εμάς. Αλλά τότε το ζώο θάρθει σ' εμάς μπουσουλίζοντας, θα γλύψει τα πόδια μας, θα τα ποτίσει μ' αίμα και δάκρυα. Κι εμείς θα σκαρφαλώσουμε πάνω του, θα υψώσουμε στον αγέρα τό κύπελλο που πάνω του θάναι γραμμένη η λέξη : "Μυστήριο!" Τότε μόνο η γαλήνη κι η ευτυχία θα βασιλέψουν πάνω στους ανθρώπους. Είσαι περήφανος για τους εκλεκτούς σου, αλλά δεν πρόκειται παρά για λίγους διαλεχτούς, ενώ εμείς θα δώσουμε τη γαλήνη σ' όλους. Άλλωστε ανάμεσα σ' αυτούς τους ισχυρούς, που προορίζονται να γίνουν εκλεκτοί, πόσοι δεν έχουν κουραστεί επιτέλους να περιμένουν, πόσοι δεν πρόσφεραν και θα προσφέρουν ακόμη αλλού τη δύναμη του πνεύματός τους και τη φλόγα της καρδιάς τους, πόσοι δε θα καταλήξουν να επαναστατήσουν εναντίον σου στ' όνομα της ελευθερίας! Όμως εσύ τους την έδωσες. Ενώ εμείς θα τους κάνουμε όλους ευτυχισμένους, οι επαναστάσεις κι οι σφαγές, που συνοδεύουν αξεχώριστα την ελευθερία, θα σταματήσουν. Ω, θα τους πείσουμε ότι δε θάναι πραγματικά ελεύθεροι παρά μόνο αν παραιτηθούν απ' την ελευθερία τους για χάρη μας. Ε, λοιπόν, θα πούμε την αλήθεια ή θάχουμε πει ψέμματα; Θα πεισθούν κι αυτοί οι ίδιοι ότι μιλούμε την αλήθεια, γιατί θα θυμηθούν σε ποιά δουλεία, σε ποιά αναταραχή τους είχε βυθίσει η δική σου ελευθερία. Η ανεξαρτησία, η ελεύθερη σκέψη, η επιστήμη θα τους έχουν παρασύρει σ' ένα τέτοιο λαβύρινθο, θα τους φέρουν μπρος σε τόσα ανεξήγητα θαύματα κι αινίγματα, που άλλοι, έξαλλοι επαναστάτες θα καταστρέψουν τον ίδιο τον εαυτό τους, κι άλλοι επαναστάτες κι αυτοί, μα αδύναμοι, δειλοί, τρελλοί κι εξαθλιωμένοι, θα συρθούν στα πόδια μας φωνάζοντας : "Ναι, είχατε δίκιο, εσείς μόνο ξέρετε το μυστικό και σ' εσάς ξαναγυρίζουμε? σώστε μας απ' τον εαυτό μας!" Χωρίς αμφιβολία, όταν θα πάρουν από μας το ψωμί, θα δουν βέβαια ότι τους παίρνουμε το δικό τους, που το κέρδισαν με τον ίδιο τον κόπο τους, για να τους το ξαναμοιράσουμε δίχως θαύματα, θα δουν ότι δε μεταλλάξαμε τις πέτρες σε ψωμιά, αλλ' αυτό που θα τους ευχαριστήσει περισσότερο κι απ' το ψωμί το ίδιο, είναι το γεγονός ότι θα το παίρνουν από τα χέρια μας ! Γιατί θα θυμηθούν ότι παλιότερα, ακόμη και το ίδιο το ψωμί, ο καρπός της δουλειάς τους, μετάλλαζε σε πέτρα μέσα στα χέρια τους, ενώ όταν ξαναγυρίσουν κοντά μας, οι πέτρες θα μοιάζουν με ψωμί. Θα καταλάβουν την αξία της οριστικής υποταγής. Όσο οι άνθρωποι δε θα μπορούν να τα καταλαβαίνουν όλ' αυτά, θάναι δυστυχισμένοι. Ποιός έχει βάλει το χέρι του περισσότερο απ' όλους για να δημιουργηθεί τούτη η ακατανοησία; Πες μου ! Ποιός μοίρασε το κοπάδι και το σκόρπισε σ' άγνωστους δρόμους; Μα το κοπάδι θα ξανασυγκροτηθεί, θαξαναβρεί την υπακοή, κι αυτό θάναι πια για πάντα. Τότε θα τους προσφέρουμε μια ήρεμη και ταπεινή ευτυχία, μια ευτυχία προσαρμοσμένη στα μέτρα των αδύναμων πλασμάτων, τέτοιων που είναι. Θα τους πείσουμε τέλος να μην περηφανεύουνται, γιατί ήσουν εσύ, που ανυψώνοντάς τους, τους το δίδαξες κι αυτό? εμείς θα τους αποδείξουμε ότι είναι ταπεινοί κι άχρηστα παιδιά, θλιβερά πλάσματα, μα πως η παιδιάστικη ευτυχία είναι πιο προσιτή. Θα γίνουν ντροπαλοί, δε θα θένε να μας χάσουν απ' τα μάτια τους, και θα σφίγγονται πάνω μας με τρόμο σαν τα τρυφερά κλωσσοπούλια κάτω απ' τα φτερά της κότας. Θα δοκιμάζουν μιαν όλο φόβο κατάπληξη, και θάναι περήφανοι γι αυτή την ενεργητικότητα και την εξυπνάδα, που εμείς θα τους επιτρέπουμε να παρουσιάζουν όλοι αυτοί, μέσ' από το αναρίθμητο πλήθος των επαναστατημένων. Η οργή μας θα τους κάνει να τρέμουν, η ντροπή κι η δειλία θα τους πλημμυρίζει, τα μάτια τους θα πάρουν μια θρηνητική έκφραση σαν των γυναικών και των παιδιών? μα, σ' ένα νόημά μας, θα περνούν το ίδιο εύκολα στη χαρά και στο γέλιο, σαν ξένοιαστα παιδιά. Βέβαια, θα τους υποχρεώνουμε να δουλεύουν, μα τις ώρες της σχόλης τους, θα οργανώσουμε τη ζωή τους έτσι που να μοιάζει σαν παιχνίδι, με τραγούδια, με χορωδίες, μ' αθώους χορούς. Ω, ναι ! Θα τους επιτρέπουμε ακόμη και ν' αμαρτάνουν, γιατί είν' αδύναμοι, κι εξαιτίας αυτού είναι που θα μας αγαπούν σαν παιδιά. Θα τους πούμε πως το κάθε αμάρτημα θα εξαγοράζεται, αν έγινε με την άδειά μας? από αγάπη είναι που θα τους επιτρέπουμε ν' αμαρτάνουν, και θα παίρνουμε τη θλίψη και το βάρος πάνω μας. Θα μας ευλογούν σαν ευεργέτες που φορτωνόμαστε τα αμαρτήματά τους, ενώπιον του Θεού. Δε θάχουν πια μυστικά από μας. Ανάλογα με το βαθμό της υπακοής τους, θα τους επιτρέπουμε ή θα τους απαγορεύουμε να ζουν με τις γυναίκες τους, ή με τις ερωμένες τους, νάχουν παιδιά ή να μη έχουν, κι αυτοί θα μας ακούνε με χαρά. Θα μας παραδίνουν τα πιο πολύτιμα μυστικά της συνείδησής τους, θα λύνουμε όλα τα προβλήματά τους, και θα δέχονται την απόφασή μας με ξενοιασιά, γιατί θα τους βγάζει απ' τη μεγάλη έγνοια να διαλέξουν από μόνοι τους ελεύθερα. Κι όλοι τους θάναι ευτυχισμένοι, εκατομμύρια πλάσματα, έξω από καμιά εκατοστή χιλιάδες, τους διευθυντές τους, έξω από μας, που θα ξέρουμε τα μυστικά τους. Οι ευτυχισμένοι θ' αριθμούνται κατά δεκάδες χιλιάδες, κατά μυριάδες και δε θα υπάρχουν παρά εκατό χιλιάδες μάρτυρες, που θα ξέρουν την καταραμένη διάκριση ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Θα πεθάνουν ειρηνικά, θα σβήσουν γλυκά στ' όνομά σου, και στο υπερπέραν δε θα βρουν παρά το θάνατο. Θα φυλάξουμε όμως το μυστικό? θα τους λικνίσουμε, ναι, θα τους νανουρίσουμε, για την ευτυχία τους, με μιαν αιώνια ανταμοιβή στον ουρανό. Γιατί δεν υπάρχει άλλη ζωή, κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι καμωμένο για πλάσματα σαν κι αυτά. Προφητεύουν ότι θα ξαναγυρίσεις για να νικήσεις πάλι, περιτριγυρισμένος από τους εκλεκτούς σου, τους πανίσχυρους και περήφανους? θα πουν ότι δε θάχουν σωθεί παρά μόνο εκείνοι από μόνοι τους, ενώ εμείς θάχουμε σώσει όλο τον κόσμο. Ισχυρίζονται ότι η πόρνη ανεβασμένη πάνω στο ζώο και κρατώντας στα χέρια της τό "κύπελλο του μυστηρίου" θάναι ατιμασμένη, ότι οι άνθρωποι θα επαναστατήσουν πάλι, ότι θα ξεσχίσουν την προρφύρα τις και θα καταβροχθίζουν το "ακάθαρτο". Θα σηκωθώ τότε και θα δείξω τις μυριάδες τους ευτυχισμένους, που δε γνώρισαν το αμάρτημα. Κι εμείς, εμείς που πήραμε απάνω μας τα λάθη τους, για την ευτυχία τους, θ' ανορθωθούμε μπροστά του και θα πούμε: "Δε σε φοβόμαστε καθόλου? κι εμείς το ίδιο βρεθήκαμε στην έρημο, ζήσαμε μ' ακρίδες και μέλι? κι εμείς το ίδιο ευλογήσαμε την ελευθερία που παραχώρησες στους ανθρώπους, κι ετοιμαστήκαμε νάμαστε ανάμεσα στους εκλεκτούς σου, στους ισχυρούς και στους περήφανους, και να καούμε "για να συμπληρώσουμε τον αριθμό". Αλλά συνήρθαμε και δε θελήσαμε να υπηρετήσουμε μια παράλογη ιδέα. Ξαναγυρίζουμε για να ενωθούμε μ' αυτούς που διόρθωσαν το λάθος σου. Εγκαταλείψαμε τους περήφανους και γυρίσαμε κοντά στους ταπεινούς, για να φτιάξουμε την ευτυχία τους". Στο ξαναλέω, αύριο, σ' ένα νόημά μου, όλο αυτό το πειθαρχημένο κοπάδι θα φέρει αναμμένα κάρβουνα για την πυρά, όπου θα σ' ανεβάσουμε για να μην εμποδίσεις το έργο μας. Γιατί αν κάποιος αξίζει πιότερο απ' όλους να καεί, αυτός είσ' εσύ. Αύριο θα σε κάψω. Ελέχθη.
Ο Ιβάν σώπασε. Είχε ξανάψει μιλώντας, κι όταν τέλειωσε ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλια του.
Ο Αλιόσα άκουγε σιωπηλά, με μιαν υπέρτατη συγκίνηση. Πολλές φορές θέλησε να διακόψει τον αδερφό του, μα συγκρατήθηκε.
- Μα ....είν' ανόητο ! φώναξε και γίνηκε κατακόκκινος. Το ποίημά σου είν' ένας ύμνος στον Ιησού, κι όχι κατηγόρια .... όπως τόθελες. Ποιός θα πιστέψει όλ' αυτά που λες για την ελευθερία ; Γιατί, τάχα έτσι την καταλαβαίνουμε την ελευθερία; Ή μήπως τέτοια είν' η αντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας; Αυτά όλα τάκανε η Ρώμη κι ακόμη όχι ολόκληρη μα τα χειρότερα στοιχεία της, ανάμεσα στον Καθολικισμό, οι ιεροεξεταστές, οι Ιησουΐτες !.. Δεν υπάρχει φανταστικό πρόσωπο σαν τον ιεροεξεταστή σου. Ποιά είναι τ' αμαρτήματα του πλαϊνού μας που φορτωνόμαστε; Ποιοί είν' αυτοί που συντηρούν το μυστήριο, που φορτώνονται με το ανάθεμα για την ευτυχία της ανθρωπότητας; Που το ξανάδες κάτι τέτοιο; Τους ξέρουμε δα τους Ιησουΐτες, λένε πολύ άσχημα πράγματα, αλλά μοιάζουν καθόλου μ' αυτούς που περιγράφεις εσύ; Καθόλου! ...Είναι απλούστατα η ρωμαιοκαθολική στρατιά, το όργανο της μελλοντικής κυριαρχίας του κόσμου, μ' έναν αυτοκράτορα, τον Ποντίφηκα, επικεφαλής... Να, ποιό είναι το ιδανικό τους. Δεν υπάρχει σ' όλο αυτό κανένα μυστήριο, καμιά υπέρτατη θλίψη... η δίψα για εξουσία, η χυδαία συναλλαγή πάνω στα βρώμικα επίγεια αγαθά... ένα είδος μελλοντικής υποδούλωσης, όπου εκείνοι θάναι οι μεγαλογαιοκτήμονες... κι αυτό είν' όλο. Μπορεί ίσως και να μην πιστεύουν στο Θεό, μα ο ιεροεξεταστής σου δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα...
- Στάσου, στάσου ! λέει γελώντας ο Ιβάν. Πόσο ξάναψες μ' όλη τούτη την ιστορία. Κατασκεύασμα είπες, έ; Ναι, μπορεί, φυσικά. Όμως πιστεύεις στ' αλήθεια ότι ολόκληρο το κίνημα του Καθολικισμού, κατά τους τελευταίους αιώνες δεν εμπνέεται παρά μόνο από τούτη τη δίψα για την εξουσία, ότι δεν έχει κατά νου παρά μόνο τα επίγεια αγαθά ; Μήπως ο πάτερ-Παΐσιος σου το διδάσκει αυτά ;
- Όχι, όχι, το αντίθετο. Ο πάτερ-Παΐσιος μίλησε κάποτε με το πνεύμα το δικό σου...μα δεν ήταν διόλου το ίδιο πράγμα.
- Ά, ά, να, μια πολύτιμη πληροφοία, παρόλο το: "δεν ήταν διόλου το ίδιο πράγμα", που λες. Αλλά για ποιό λόγο τότε οι Ιησουΐτες κι οι ιεροεξεταστές θα ενώνονταν, μόνο για την επίγεια ευτυχία; Δε θα μπορούσαμε να βρούμε ανάμεσά τους κι έναν μάρτυρα, που νάχει παρασυρθεί απ' τον ευγενικό πόνο και που ν' αγαπά την ανθρωπότητα; Ας υποθέσουμε ότι ανάμεσα σ' αυτά τα διψασμένα για επίγεια αγαθά πλάσματα, υπάρχει ένα μόνο σαν αυτό το γέρο-ιεροεξεταστή, που έζησε μ' ακρίδες και μέλι στην έρημο και που πάθιασε για να λυτρωθεί απ' τις αισθήσεις του και να γίνει ελεύθερος, για να φτάσει ως την τελειότητα? ωστόσο, πάντα του αγάπησε την ανθρωπότητα. Ξαφνικά, βλέπει καθαρά, καταλαβαίνει πως είναι πολύ μέτρια ευτυχία να πετύχεις την απόλυτη ελευθερία, όταν χιλιάδες ανθρώπινα πλάματα παραμένουν πάντα αχάριστα, πολύ αδύναμα για να χρησιμοποιήσουν αυτή την ελευθερία, ότι αυτοί οι φτηνοί επαναστατημένοι δε θα μπορέσουν ποτέ να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, κι ότι δεν είναι παρά για κάτι τέτοια κοτόπουλα που ο μεγάλος ιδεαλιστής ονειρεύτηκε την αρμονία του. Κι αφού τα κατάλαβε αυτά ο ιεροεξεταστής μου, στρέφεται πίσω και.. εντάσσεται με τους ανθρώπους του Πνεύματος. Είναι λοιπόν αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο ;
- Σε ποιόν να ενταχθεί, σε ποιούς ανθρώπους του Πνεύματος; φωνάζει ο Αλιόσα σχεδόν ενοχλημένος. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πνεύμα, δεν ξέρουν ούτε από μυστήρια, ούτε από μυστικά... Ο αθεϊσμός, να, ποιό είναι το μυστικό τους ! Ο ιεροεξεταστής σου δεν πιστεύει στο Θεό.
- Ά, και τι σημασία έχει αυτό; Το μάντεψες επιτέλους. Αυτό είναι μάλιστα, αυτό είν' όλο κι όλο το μυστικό, αλλά δεν είναι κι αυτός ένας πόνος, μια αγωνία, για έναν άνθρωπο σαν κι αυτόν, που θυσίασε τη ζωή του στο ιδανικό του, μέσα στην έρημο και δεν έπαψε ν' αγαπά την ανθρωπότητα; Στη δύση των ημερών του πείθεται ξεκάθαρα ότι μόνες οι συμβουλές του μεγάλου και τρομερού πνεύματος, θα μπορούσαν να καταστήσουν υποφερτή την ύπαρξη των χυδαίων επαναστατημένων, αυτών των "εκτρωτικών πλασμάτων, που δημιουργήθηκαν από ξεγέλασμα". Καταλαβαίνει ότι πρέπει ν' ακούσει το βαθυστόχαστο πνεύμα, αυτό το πνεύμα της ερήμωσης και του θανάτου, και πως για να το κάνει, πρέπει να προσεταιριστεί την απάτη και το ψέμα, να οδηγήσει εσκεμμένα τους ανθρώπους στο θάνατο και την ερήμωση, μα επιδέξια, μα ξεγελώντας τους σ' όλο το δρόμο, για να τους κρύψει εκείνο που τους περιμένει στο τέλος, και για νάχουν αυτά τα θλιβερά πλάσματα μια ψευδαίσθηση ευτυχίας. Πρόσεξε και τούτο: η απάτη γίνεται στ' όνομα Εκείνου που ο γέρος τον πίστεψε φλογερά, σ' όλη του τη ζωή ! Δεν είν' αυτό μια δυστυχία; Κι αν υπάρχει, έστω κι ένα παρόμοιο πλάσμα, επικεφαλής αυτής της στρατιάς που είναι "λαίμαργη για εξουσία απέναντι στα χυδαία αγαθά", αυτό τάχα δεν είν' αρκετό για να δημιουργηθεί μια τραγωδία; Ακόμη περισσότερο, είν' αρκετός ένας τέτοιος ηγέτης, για να ενσαρκώσει την αληθινή κατευθυντήρια ιδέα του ρωμαϊκού καθολικισμού, με τις στρατιές του και τους Ιησουΐτες του, την υπέρτατη ιδέα. Σου το δηλώνω, έχω πεισθεί απόλυτα ότι αυτός ο μοναδικός τύπος δεν παράλειψε ποτέ να υπάρχει ανάμεσα σ' αυτούς που ήταν επικεφαλής του κινήματος. Ποιός ξέρει μπορεί να υπήρξαν και μερικοί τέτοιοι ακόμη κι ανάμεσα στους ποντίφηκες. Ποιός μπορεί να ξέρει; Ίσως τούτος ο καταραμένος γέρος, που αγαπά με τόσο πείσμα την ανθρωπότητα, με τον τρόπο του βέβαια, να υπάρχει ακόμη και τώρα σε πολλά αντίτυπα, κι αυτό όχι τυχαία, αλλά με τη μορφή μιας συμμαχίας, μιας μυστικής εταιρίας, που οργανώθηκε εδώ και πολύν καιρό, για να φυλάξει το μυστήριο, να το σκορπίσει ανάμεσα στους δυστυχισμένους και στους αδύναμους για να τους κάνει ευτυχισμένους. Σίγουρα θα πρέπει νάναι έτσι, γιατί είναι μοιραίο νάναι. Φαντάζομαι ακόμη ότι οι "φραμασόνοι" έχουν κι αυτοί έν' ανάλογο μυστήριο στη βάση της θεωρίας τους, και για τούτο οι Καθολικοί τους μισούν τόσο πολύ, βλέπουν σ' αυτούς έναν αντίπαλο, τη διάχυση της μοναδικής ιδέας, ενώ θα πρέπει να υπάρχει ένα μόνο κοπάδι μ' ένα μοναδικό πάστορα. Άλλωστε, υπερασπιζόμενος τις σκέψεις μου, έχω το ύφος κάποιου δημιουργού, που δεν ανέχεται τήν κριτική, αυτό έπαθα στο τέλος... Μα, αρκετά πάνω στο πρόβλημα, φτάνει.
- Ίσως κι εσύ ο ίδιος νάσαι μασόνος, άφησε ξαφνικά να του ξεφύγει ο Αλιόσα. Δεν πιστεύεις στο Θεό πρόσθεσε με μια βαθιά θλίψη. Του φάνηκε μάλιστα πως ο αδερφός του τον κοίταζε κοροϊδευτικά, και πρόσθεσε:
- Πως τελειώνει όμως το ποίημά σου; Ή μήπως αυτό είν' όλο ;
Ο Αλιόσα λέγοντας τούτη την τελευταία φράση κράτησε χαμηλωμένα τα μάτια του.
- Όχι, να, πως θάθελα να το τελειώσω: ο ιεροεξεταστής σωπαίνει, περιμένει μια στιγμή την απάντηση του Κρατούμενου. Η σιωπή του τον βαραίνει. Ο Κρατούμενος τον άκουγε όλη την ωρα έχοντας καρφωμένη πάνω του τη διαπεραστική κι ήρεμη ματιά του, φανερά αποφασισμένος να μην του απαντήσει. Ο γέρος θα' θελε να του πει κάτι, έστω κι αν ήταν λόγια πικρά και σκληρά. Ξαφνικά ο Κρατούμενος πλησιάζει ήρεμα και σιωπηλός το γέρο και του φιλά τ' άχρωμα χείλια του. Αυτή ήταν όλη κι όλη η απάντησή του. Ο γέρος τινάζεται, τα χείλια του τρέμουν; πάει στην πόρτα, την ανοίγει και του λέει : "Φύγε και να μην ξαναγυρίσεις πια... ποτέ πια !" Και τον αφήνει να φύγει μέσα στα σκοτάδια της πόλης. Ο Κρατούμενος φεύγει.

απόσπασμα από το έργο "Αδερφοί Καραμάζοβ", Dostojevskij Fedor Michajlovic.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Λόγος στη Θεόσωμη ταφή του Κυρίου ...


Αγίου Επιφανίου επισκόπου Κύπρου.

Λόγος στη Θεόσωμη ταφή του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού,

και στον Ιωσήφ που καταγόταν από την Αριμαθαία.

(Εκφωνήθηκε κατά το Άγιο και Μεγάλο Σάββατο).



«΄Όταν βράδιασε, ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ. Αυτός τόλμησε και παρουσιάστηκε μπροστά στον Πιλάτο, και του ζήτησε το σώμα του Ιησού». Παρουσιάστηκε ένας θνητός μπροστά σε έναν θνητό ζητώντας να λάβει τον Θεό. Ποιος είδε, ποιος ποτέ άκουσε αυτό το απίστευτο; ένας άνθρωπος να χαρίζει σε άλλον άνθρωπο τον δημιουργό των ανθρώπων. Ένας άνομος άρχοντας σ’ έναν άνθρωπο του νόμου υπόσχεται να χαρίσει τον νομοθέτη. Ένας άκριτος κριτής τον Κριτή των κριτών επιτρέπει να τον θάψουν ως κατάδικο.
«Όταν βράδιασε, ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ». Πραγματικά πλούσιος, αφού πήρε ολόκληρη τη σύνθετη υπόσταση του Κυρίου. Αληθινά πλούσιος, αφού έλαβε από τον Πιλάτο τη διπλή ουσία του Χριστού. Πλούσιος διότι αξιώθηκε να πάρει τον πολύτιμο μαργαρίτη. Πραγματικά πλούσιος γιατί κράτησε το βαλάντιο που ήτα γεμάτο με τον θησαυρό της θεότητος. Πώς να μην είναι πλούσιος αυτός που απέκτησε τη ζωή και τη σωτηρία του κόσμου;  Πώς να μην είναι πλούσιος ο Ιωσήφ, αφού δέχτηκε για δώρο Αυτόν που τρέφει και είναι Δεσπότης όλων; «΄Όταν βράδιασε». Επομένως είχε δύσει πια στον άδη ο ήλιος της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό «ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ από την Αριμαθαία που κρυβόταν γιατί φοβόταν τους ιουδαίους. Ήλθε και ο Νικόδημος που ήλθε στον Ιησού κάποια νύχτα».
Αυτό είναι απόκρυφο μυστήριο των μυστηρίων. Δυό κρυφοί μαθητές, έρχονται να κρύψουν τον Ιησού στον τάφο, διδάσκοντας με τη δική τους απόκρυψη το κρυφό μυστήριο του άδη του Θεού που κρύφτηκε κάτω απ’ τη σάρκα, ξεπερνώντας ο ένας τον άλλον στη θερμή διάθεση.  Προς τον Χριστό. Ο μέν Νικόδημος μεγαλόψυχος προσφέροντας σμύρνη και αλόη, ο δε Ιωσήφ αξιέπαινος στην τόλμη και το θάρρος προς τον Πιλάτο. Διότι αυτός διώχνοντας κάθε φόβο με τόλμη παρουσιάστηκε στον Πιλάτο ζητώντας το σώμα του Ιησού. Και όταν παρουσιάστηκε φέρθηκε με μεγάλη σοφία για να επιτύχει αυτό που ήθελε. Γι’ αυτό δεν χρησιμοποιεί μπροστά στον Πιλάτο υπερήφανα και υψηλά λόγια, για να μη του ανάψει την οργή και χάσει το ζητούμενο. Ούτε του λέει: Δός μου το σώμα του Ιησού, που σκοτείνιασε πριν από λόγι τον ήλιο, που έσχισε τις πέτρες, που έσεισε τη γη και άνοιξε τους τάφους και έσχισε το καταπέτασμα του ναού. Τίποτε τέτοιο δεν λέει στον Πιλάτο.
Αλλά τι του λέει; Ένα τιποτένιο αίτημα, και για όλους μικρό, άρχοντά μου ήλθα να σου ζητήσω. Ένα πολύ μικρό αίτημα. Το εξής: Δος μου να θάψω το νεκρό σώμα εκείνου που καταδικάστηκε από εσένα, του Ιησού του Ναζωραίου, του Ιησού του φτωχού , του Ιησού του άστεγου, του Ιησού που κρέμεται –στο Σταυρό- γυμνός και περιφρονημένος, του Ιησού του γιου του ξυλουργού , του Ιησού του δέσμιου, που ένεμε στο ύπαιθρο, του ξένου, του αγνώριστου μεταξύ των ξένων, του περιφρονημένου, και κοντά σε όλα και κρεμασμένου στον Σταυρό. Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί τι σε ωφελεί το σώμα αυτού του ξένου; Δός μου αυτό τον ξένο, γιατί ήλθε εδώ από μακρυνή χώρα για να σώσει τον άνθρωπο που αποξενώθηκε από τον Θεό. Γιατί κατέβηκε στη σκοτεινή γη για να ανεβάσει τον ξένο. Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί αυτός είναι ο μόνος –πραγματικά- ξένος. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τη χώρα αγνοούμε εμείς οι ξενιτεμένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον Πατέρα αγνοούμε εμείς οι ξένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον τόπο και τη γέννηση και τον τρόπο ανγοούμε εμείς οι ξένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο που έζησε ζωή και βίο ξενιτεμένου στα ξένα.  Δος μου αυτόν που με τη θέλησή Του είναι ξένος και εδώ δεν έχει που να γείρει το κεφάλι. Δος μου αυτόν τον ξένο, που ξένος σε ξένη χώρα, άστεγος γεννήθηκε στη φάτνη. Δος μου αυτόν τον ξένο που απ’ αυτήν ακόμη τη φάτνη έφυγε ως ξένος από τον Ηρώδη. Δος μου αυτόν τον ξένο, που απ’ τα σπάργανά Του ακόμη ξενητεύθηκε στην Αίγυπτο, και δεν είχε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι ούτε τόπο να μείνει, ούτε συγγενή, αλλά σε ξένη χώρα Αυτός είναι ξένος. Δος μου, άρχοντά μου αυτόν τον γυμνό που κρέμεται στο ξύλο να τον σκεπάσω, γιατί Αυτός σκέπασε τη γύμνωση της φύσεώς μου. Δος μου αυτόν τον νεκρό που είναι μαζί και Θεός, να σκεπάσω Αυτόν που κάλυψε τις δικές μου ανομίες. Δος μου, άρχοντά μου το νεκρό που έθαψε μέσα στον Ιορδάνη τη δική μου αμαρτίς. Για έναν νεκρό σε παρακαλώ, που αδικήθηκε από όλους, που πουλήθηκε από φίλο, που προδόθηκε από μαθητή, που διώχθηκε από τους αδελφούς του, που ραπίσθηκε από δούλο. Για έναν νεκρό σε θερμοπαρακαλώ, ο Οποίος καταδικάστηκε από αυτούς που ο Ίδιος ελευθέρωσε από τη δουλεία, ο Οποίος ποτίσθηκε με ξύδι, τραυματίσθηκε απ’ αυτούς που θεράπευσε, που εγκαταλείφθηκε από τους μαθητές Του και στερήθηκε την ίδια τη Μητέρα Του. Για τον νεκρό, άρχοντά μου, σε ικετεύω. Αυτόν τον άστεγο που κρέμεται στο ξύλο του Σταυρού. Διότι επάνω στη γη δεν έχει να Τους συμπαρασταθεί ούτε πατέρας, ούτε φίλος, ούτε μαθητής, ούτε συγγενής, ούτε κανένας να Τον θάψει, αλλά είναι μόνος μονογενής του μόνου –Πατέρα-, Θεός στον κόσμο και κανένας άλλος.
Μ’ αυτά τα λόγια και μ’ αυτόν τον τρόπο αφού παρακάλεσε ο Ιωσήφ τον Πιλάτο, διέταξε ο Πιλάτος να του δοθεί το πανάγιο σώα του Ιησού. Και ήλθε στον Γολγοθά και αποκαθήλωσε τον σαρκοφόρο Θεό από το ξύλο του Σταυρού και Τον τοποθέτησε κάτω στη γη, σαρκοφόρο Θεό γυμνό, αλλά όχι απλό άνθρωπο. Και Τον βλέπει κανείς να βρίσκεται ξαπλωμένος κάτω, Αυτός που όλους τους ανέσυρε προς τον ουρανό. Και μένει για λίγο χωρίς πνοή, Αυτός που είναι η ζωή και πνοή όλων. Και φαίνεται να μη βλέπει Αυτός που δημιούργησε τα πολυόμματα Χερουβίμ. Και κείτεται ξαπλωμένος. Αυτός που είναι η ανάσταση όλων, και νεκρώνεται ο σαρκωμένος Θεός, Αυτός που ανασταίνει τους νεκρούς. Και σιωπά για λίγο κατά το σώμα η βροντή του Θεού Λόγου. Και Τον σηκώνουν ανθρώπινες παλάμες, Αυτόν που κρατά στην παλάμη Του ολόκληρη τη γη.
Άραγε, Ιωσήφ, ζητώντας και παίρνοντας, ξέρεις καλά ποιόν πήρες; Άραγε πλησιάζοντας στον Σταυρό και αποκαθηλώνοντας τον Ιησού, ξέρεις καλά ποιόν κράτησες στα χέρια σου; Εάν πραγματικά γνωρίζεις καλά Ποιόν κρατάς, τώρα έγινες πλούσιος. Γιατί πως αλλιώς κάνεις αυτή τη θεόσωμη και φρικωδέστατη κηδεία του Ιησού; Είναι αξιέπαινος ο πόθος σου, αλλά πιο αξιέπαινος είναι ο τρόπος της ψυχή σου. Άραγε δεν φρίττεις, κρατώντας στα χέρια σου Αυτόν που φρίττουν τα Χερουβίμ; Με ποιο φόβο θα αφαιρούσες από το θείο αυτό σώμα το μικρό ρούχο που το σκέπαζε; Πως δεν θα έκλεινες τα μάτια από ευλάβεια; Δεν θα τρόμαζες ατενίζοντας και αποκαλύπτοντας τη σωματική φύση του υπερφύσιν Θεού; Πες μου Ιωσήφ, άραγε έθαψες στραμμένο προς την ανατολή το νεκρό που είναι η Ανατολή των ανατολών; Άραγε έκλεισε με τα δάχτυλά σου, όπως γίνεται στους νεκρούς τα μάτια του Ιησού, ο Οποίος με το αμόλυντο δάχτυλό Του άνοιξε τα μάτια του τυφλού; Άραγε έκλεισες το στόμα Εκείνου που άνοιξε το στόμα του κωφαλάλου; Άραγε έδεσες τα χέρια Εκείνου που άπλωσε τα παράλυτα χέρια; Ή έδεσες τα πόδια Εκείνου, όπως γίνεται στους νεκρούς, ο Οποίος θεράπευσε, για να βαδίζει, τα πόδια του παραλύτου; Άραγε σήκωσες επάνω σε κρεβάτι Αυτόν που διέταξε τον παράλυτο λέγοντάς του: «Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα»; Άραγε άδειασες μύρα επάνω στο σώμα Εκείνου που είναι το ουράνιο μύρο και «εκένωσε» τον εαυτό Του αγιάζοντας τον κόσμο; Άραγε τόλμησες να σφογγίσεις τη θεόσωμη εκείν πλευρά του Ιησού που ακόμη αιμορροούσε, του Θεού που θεράπευσε την αιμορροούσα; Άραγε έπλυνες με νερό το σώμα του Θεού, που έπλυνε τις αμαρτίες όλων και έδωσε την κάθαρση; Άραγε τι είδους λαμπάδες άναψες μπροστά στο αληθινό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο; Και ποιους επιτάφιους ύμνους έψαλες σ’ Αυτόν που ανυμνείται χωρίς διακοπή από όλες τις ουράνιες αγγελικές στρατιές; Άραγε και έχυσες δάκρυα για το νεκρό Ιησού, που δάκρυσε για το νεκρό Λάζαρο και τον ανάστησε μετά από τέσσερις μέρες; Άραγε θρήνησες Αυτόν που έδωσε σ’ όλους χαρά και διέλυσε τη λύπη της Εύας;
Όπως μακαρίζω τα χέρια σου, Ιωσήφ που υπηρέτησαν και ψηλάφισαν τα θεόσωμα χέρια και πόδια του Ιησού, που έσταζαν ακόμη αίμα. Μακαρίζω τα χέρια σου, που άγγιξαν την αιμορροούσα πλευρά του Θεού πριν από τον πιστό – άπιστο Θωμά που είχε αξιέπαινη περιέργεια. Μακαρίζω το στόμα σου που γέμισε αχόρταγα και ασπάσθηκε το στόμα του Ιησού κι’ από γέμισε με Άγιο Πνεύμα. Μακαρίζω τα μάτια σου που ενώθηκαν με τα μάτια του Ιησού και από εκεί πήραν το αληθινό φως. Μακαρίζω το πρόσωπό σου που πλησίασε το πρόσωπο του Θεού. Μακαρίζω τους ώμους σου που σήκωσαν Αυτόν που βαστάζει όλους. Μακαρίζω το κεφάλι σου που το άγγιξε ο Ιησούς, η κεφαλή των πάντων. Μακαρίζω τα χέρια σου στα οποία βάσταξες Αυτόν που βαστάζει τα πάντα. Μακαρίζω τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, γιατί έγιναν Χερουβίμ μπροστά στα Χερουβίμ σηκώνοντας και μεταφέροντας επάνω τους τον Θεό. Γιατί έγιναν υπηρέτες του Θεού μπροστά στα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, όχιε με τα φτερά, αλλά με τα σεντόνια καλύπτοντας και τιμώντας τον Κύριο. Αυτόν που τρέμουν τα Χερουβίμ τον μεταφέρουν επάνω στους ώμους τους ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και γεμίζουν από έκσταση όλες οι τάξεις των ασωμάτων Αγγέλων.
Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη , μαζί με τον χωρίς αρχή Πατέρα Του και το Πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στους ατελείωτους αιώνες. Αμήν.

Η προδοσία του Ιούδα


Η προδοσία του Ιούδα

«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»[...]
Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδινε το Διδάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Διδάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Διδασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες.
Θα αναρωτιόταν όμως κανείς, Εκείνος που είχε τη δύναμη να μεταστρέφει τις πόρνες και να τις κάνει να Τον ακολουθούν, δεν κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του μαθητή του; Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε να τον μεταβάλει αναγκαστικά στο καλό, ούτε με τη βία να τον προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, αφού πήγε». Και το «αφού πήγε» αυτό δεν στερείται κάποιας σημασίας. Γιατί δεν κάλεσαν οι αρχιερείς τον Ιούδα, ούτε αναγκάστηκε, ούτε υποχρεώθηκε, αλλά ο ίδιος μόνος του κι ελεύθερα γέννησε την πονηρή αυτή σκέψη κι έβγαλε αυτή την απόφαση, χωρίς να έχει κανέναν σύμβουλο σ’ αυτό το πονηρό του έργο. «Τότε, αφού πήγε... ένας από τους δώδεκα». Τι σημαίνει το «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτός ο λόγος «ένας από τους δώδεκα» δείχνει πως η κατηγορία του Ιούδα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί ο Ιησούς είχε και άλλους μαθητές, εβδομήντα συνολικά. Αλλά εκείνοι βρίσκονταν σε δεύτερη θέση και δεν απολάμβαναν τόση τιμή, ούτε είχαν τόση οικειότητα με τον Διδάσκαλο, ούτε γνώριζαν τόσο τα μυστικά Του όσο οι δώδεκα. Αυτοί προπάντων ήταν οι εκλεκτοί, αυτοί αποτελούσαν τον στενό κύκλο του Βασιλιά, αυτοί αποτελούσαν την ομάδα που ήταν κοντά στο Διδάσκαλο, και από αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις, λοιπόν, ότι δεν Τον πρόδωσε απλώς κάποιος από τους μαθητές Του, αλλά ένας από τους εκλεκτούς Του, γι’ αυτό αναφέρει ο Ευαγγελιστής το «ένας από τους δώδεκα». Και δε ντρέπεται ο Ματθαίος να το αναφέρει. Αλλά για ποιο λόγο να ντραπεί; Το αναφέρει για να μάθεις πως παντού και πάντα λένε οι Ευαγγελιστές την αλήθεια και δεν αποκρύπτουν τίποτα, ακόμη και αυτά που θεωρούνται αξιοκατάκριτα. Γιατί αυτά που φαίνονται πως είναι αξιοκατάκριτα, αυτά αποδεικνύουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Ότι δηλαδή προσέφερε τόσα πολλά αγαθά στον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη (τον Ιούδα) και συνέχιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να τον έχει κοντά Του. Και μάλιστα τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και τον φρόντιζε με κάθε τρόπο. Αν εκείνος δεν έδινε σημασία, δεν φταίει ο Κύριος. Και μάρτυρας είναι η πόρνη, και μη πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τον Ιούδα. Γιατί και τα δύο αυτά είναι ολέθρια, και το υπέρμετρο θάρρος και η απελπισία (απόγνωση). Γιατί το υπέρμετρο θάρρος κάνει να πέσει κάτω αυτός που στέκεται όρθιος, και η απελπισία εμποδίζει να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει. Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβούλευε λέγοντας: «Αυτός που νομίζει πως στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».
Έχεις τα παραδείγματα και των δύο πώς έπεσε δηλαδή ο μαθητής, που νόμιζε πώς στεκόταν όρθιος, και πως σηκώθηκε η πόρνη που είχε πέσει. Η σκέψη μας εύκολα παρασύρεται και η θέλησή μας είναι ευμετάβλητη. Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε και να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παντού.[...]
Τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σάς Τον παραδώσω». Πες μου Ιούδα, αυτά σου έμαθε ο Χριστός; Γι’ αυτό το λόγο δεν έλεγε, «μην αποκτήσετε χρυσά νομίσματα, ούτε ασημένια, ούτε χάλκινα που να τα φυλάγετε στις ζώνες σας», θέλοντας να περιορίσει από πιο μπροστά τη φιλαργυρία σου;[...]
«Τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σάς Τον παραδώσω». Πολύ σκληρά είναι τα λόγια αυτά. Πες μου, μπορείς εσύ να παραδώσεις Εκείνον που συγκρατεί τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που διατάσσει τη θάλασσα και είναι ο Κύριος όλων όσων υπάρχουν στη φύση; Για να περιορίσει λοιπόν τη παραφροσύνη του και για να δείξει πως αν δεν ήθελε, δεν θα προδιδόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες και πυρσούς, τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» και δεν γνώριζαν Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα στο να παραδώσει τον Κύριο, ώστε δεν Τον έβλεπε τη στιγμή που επρόκειτο να Τον παραδώσει, ενώ ήταν παρών, και όλα αυτά τη στιγμή που υπήρχαν τόσες λαμπάδες και τόση φωτοχυσία. Αυτό βέβαια υπενίχθηκε και ο Ευαγγελιστής λέγοντας ότι είχαν λαμπάδες και πυρσούς και δεν τον έβλεπαν. Και κάθε ημέρα του το υπενθύμιζε και με λόγια και με έργα, ότι δηλαδή δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει στα κρυφά. Και μάλιστα δεν του έκανε (ο Κύριος) παρατηρήσεις φανερά μπροστά σε άλλους, για να μην τον κάνει πιο αδιάντροπο, ούτε πάλι αποσιωπούσε τα σφάλματά του, για να μην νομίζει ότι περνούν απαρατήρητα και επιχειρήσει άφοβα την προδοσία, αλλά διαρκώς έλεγε: «Ένας από εσάς θα με παραδώσει», δεν τον φανέρωσε όμως.
Είπε πολλά (ο Κύριος) και για την κόλαση, πολλά και για τη Βασιλεία των ουρανών και απέδειξε τη δύναμη που είχε και για τα δύο, και για να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και για να ανταμείβει τους δικαίους. Αλλά εκείνος (ο Ιούδας) όλα αυτά τα περιφρόνησε, ο Θεός όμως δεν τον ανακάλεσε με τη βία από αυτό που αποφάσισε. Επειδή λοιπόν μάς δημιούργησε ελεύθερους να διαλέγουμε τις κακές ή τις ενάρετες πράξεις, επιθυμεί να είμαστε καλοί με τη θέλησή μας. Γι’ αυτό αν εμείς δεν θέλουμε, ούτε μάς πιέζει ούτε μάς αναγκάζει. Επειδή αυτός που γίνεται με τη βία ενάρετος, δεν είναι δυνατόν να είναι ενάρετος. Αφού λοιπόν κι εκείνος ήταν ελεύθερος να διαλέξει και ήταν σε θέση να μην υποστεί βία για να κλίνει προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό τυφλώθηκε η σκέψη του, πρόδωσε τη σωτηρία του και είπε: «Τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σάς Τον παραδώσω». Επικρίνοντας τη διανοητική του τύφλωση και την αναισθησία, ο Ευαγγελιστής λέει ότι την ώρα που πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο, βρισκόταν μαζί τους και ο Ιούδας, εκείνος που είπε «τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Και όχι μόνο από αυτό είναι δυνατόν να δούμε τη δύναμη του Χριστού, αλλά και απ’ ότι μόλις Εκείνος απλώς μίλησε, απομακρύνθηκαν κι έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν σταμάτησαν το επαίσχυντο έργο τους, παραδίνεται αμέσως σαν να έλεγε: Εγώ έκανα το καθήκον μου, αποκάλυψα τη δύναμή μου και απέδειξα ότι επιχειρείτε πράγματα ακατόρθωτα. Θέλησα να περιορίσω την κακία σας, αλλά επειδή εσείς δεν θελήσατε και επιμένετε στην παραφροσύνη σας, να, σας παραδίνομαι.
Τα ανέφερα όλα αυτά, για να μην κατηγορήσουν μερικοί τον Χριστό, και πουν: γιατί δεν μετέστρεψε τον Ιούδα;
 
Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Μέγα Σάββατον



Μέγα Σάββατον - Σαρκὶ Σαββατίσας

«Τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ εὐλογημένον Σάββατον, αὕτη ἐστὶν ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα, ἐν ᾗ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τῇ σαρκὶ σαββατίσας». Μ᾿ αὐτὴ τὴ φράση περιγράφεται στὴν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ θανάτου στὸν καιρὸ τῆς ζωῆς, τὸ ξεκίνημα τῆς νέας ἡμέρας τῆς Δημιουργίας, ποὺ ἔφερε ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Καὶ εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου μεγάλη γιὰ τὴ ζωή μας, ὄχι μόνο διότι διαπνέεται ἀπὸ τὴν ἀναμονὴ τῆς Ἀνάστασης, ὅπως ὅλα μυστικὰ γύρω φωνάζουν, ἀλλὰ καὶ γιατί μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἡμέρα συντελεῖται τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου μας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν συντριβὴ τοῦ θανάτου!
Ἡ Δημιουργία τοῦ κόσμου συντελέστηκε μὲ τὸ δημιουργικὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ σὲ ἕξι ἡμέρες καὶ μὲ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς τοῦ κατεξοχὴν ἀγαπημένου ἀπὸ τὸ Θεὸ ὄντος. Ὁ Θεὸς τὴν ἕβδομη ἡμέρα ἀναπαύθηκε, βλέποντας ὅτι ὁ κόσμος ἦταν καλὸς λίαν. Ὁ Χριστός, στὸν ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κόσμο τοῦ Θεοῦ, δημιουργεῖ ξανὰ μὲ τὴν ἐπίγεια ζωή Του, τὸ κήρυγμά Του, τὴν ἀγάπη, τὴν προσφορά Του καὶ τελικὰ τὴ Θυσία Τοῦ τὶς προϋποθέσεις γιὰ μία μεταμορφωμένη ζωή. Τὴν ἕβδομη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας θὰ σαββατίσει ὡς πρὸς τὴ σάρκα Του, θὰ ξεκουραστεῖ τὸ σῶμα Τοῦ παραδομένο στὸ θάνατο μὰ ὄχι στὴ φθορά! Ἡ ψυχή Του, θεανθρώπινη, θὰ κατέλθει στὸν Ἅδη καὶ θὰ κηρύξει τὴν Ἀνάσταση, τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ κόσμου, ζώντων καὶ νεκρῶν, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν στροφὴ στὸ «καλὰ λίαν» τῆς Δημιουργίας. Καὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση λίαν πρωὶ τῆς μίας Σαββάτων, ὁ Κύριος θὰ σηματοδοτήσει τὸ ξεκίνημα τῆς Νέας Δημιουργίας, τοῦ μεταμορφωμένου ἀπὸ τὴ φθορὰ κόσμου, τῆς συντριβῆς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ παγγέλαστου Ἅδη!
Ἂν ἡ Ἐκκλησία κομίζει μήνυμα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο, αὐτὸ τὸ μήνυμα ἔγκειται στὴ συντριβὴ τοῦ θανάτου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἔσχατος ἐχθρός μας, ἡ ἁλυσίδα ποῦ συντρίβει τὴ ζωή μας, τὸ πλέον ἀκατανόητο γεγονός! Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαντήσει μὲ τὴ λογικὴ τοῦ στὸ ἐρώτημα «γιατί πεθαίνουμε;». Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει αὐτὴ τὴν μοναδικὰ σίγουρη προοπτικὴ γιὰ ὅλους! Ὅλα τὰ φιλοσοφικὰ καὶ θρησκευτικὰ συστήματα ποὺ προσπαθοῦν νὰ δώσουν τὴν δικαίωση στοὺς πιστούς τους, δὲν μποροῦν νὰ ἑρμηνεύσουν πειστικὰ τὴν ὁδὸ τοῦ θανάτου. Καὶ εἶναι θάνατος ὄχι μόνο τὸ βιολογικὸ τέρμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ κάθε τί ποὺ φθείρει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, τὸ κακό, ἡ ἀκόρεστη ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν, τὸ ἄγχος, ἡ ἀρρώστια! Μὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα, θάνατος εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα μας! Θάνατος εἶναι ἡ ἀπώλεια κάθε ἐλπίδας. Θάνατος εἶναι ὅταν κανεὶς δὲν ἀγαπᾶ! Θάνατος εἶναι ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἰδιορρυθμία! Θάνατος εἶναι κάθε ἀπώλεια νοήματος καὶ δίψας γιὰ τὴ ζωή!
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σαββατίσας τῇ σαρκί, ἀλλὰ κηρύξας τὴν Ἀνάσταση καὶ «εἰς ὁ ἢν πάλιν ἐπανελθών, διὰ τῆς ἀναστάσεως, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον». Αὐτὸν προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας ὡς τὸν Θεάνθρωπο διδάσκαλο τοῦ τρόπου νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου! Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ Ζωή. Γιατί ἡ ζωὴ ποὺ προτείνει αὐτὸς δὲν περιλαμβάνει τίποτα ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο, ἡ πνευματικὴ πάλη, ὁ ἀγώνας καὶ ἡ ἄσκηση, εἶναι τὸ ξεπέρασμα τοῦ ἐγώ, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς κοινωνίας μ᾿ Αὐτόν! Βιώνονται ὅλα αὐτὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἴμαστε ὅλοι μέλη της καὶ τὴν ἀποτελοῦμε, μὲ σκοπό μας νὰ ζήσουμε τὴν Ἀνάσταση ψυχῇ τε καὶ σώματι!
Ἂν στὶς μέρες μας τὸ μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει μετατραπεῖ σὲ κήρυγμα, ἠθικολογία, ἰδεολογία, γι᾿ αὐτὸ φταῖμε ὅλοι μας ὅσοι δὲν ζοῦμε τὴν Ἀνάσταση! Ὅμως, τὸ τελικὸ νόημα τῆς Μ. Ἑβδομάδος δὲν εἶναι ἄλλο ἀπ᾿ αὐτό. Εἶναι ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου καὶ τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Γολγοθὰ τοῦ Πάθους καὶ τῶν παθῶν στὴν Ἀνάσταση τῆς χαρᾶς καὶ τῆς νίκης ἐνάντια στὸ Θάνατο! Ἂς διαλέξουμε φέτος τὴν ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ ἐλπίδα κι ἂς εἴμαστε σίγουροι ὅτι τὸ «θανάτῳ θάνατον πατήσας», ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς καὶ γιὰ ὅλους, καὶ νὰ γευτοῦμε ὁλόψυχα αὐτὴ τὴ χαρὰ τῆς ἄλλης βιοτῆς! Ἄλλωστε, αὐτὴ ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἡ ἄγκυρα τῆς ἐλπίδας μας!




Πάσχα: Ἀναζητώντας τὸ χαμένο νόημα


Ἔφτασε ξανὰ τὸ Πάσχα, ἑορτῶν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων, ὅπως μας λέει ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Μέσα στὸν κατακλυσμὸ ὅμως μηνυμάτων, διαφημίσεων, προτιμήσεων, καταναλωτικῶν εἰδῶν, προκύπτει τὸ πρόβλημα τοῦ πραγματικοῦ νοήματος τῶν ἡμερῶν. Χάνουμε τὶς περισσότερες φορὲς τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἑορτῆς, τὸ ἀντικαθιστοῦμε μὲ ὑποκατάστατα, ποὺ εἶναι ὅλος αὐτὸς ὁ καταναλωτικὸς θρίαμβος, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα προσπερνοῦμε τὴν οὐσία καὶ μένουμε στὸ κέλυφος.
Τί δὲν εἶναι Πάσχα; Πάσχα δὲν εἶναι τὸ ἀρνί, δὲν εἶναι τὸ κόκκινο αὐγό, δὲν εἶναι τὸ τσουρέκι, δὲν εἶναι ἡ λαμπάδα, δὲν εἶναι τὰ καινούρια ροῦχα, δὲν εἶναι ἡ παρουσία μας στὴν Ἐκκλησία δέκα λεπτὰ πρὶν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἕνα λεπτὸ μετά. Πάσχα δὲν εἶναι ἡ λατρεία τοῦ φαγητοῦ, τὸ πανηγύρι, ὁ χορὸς καὶ τὸ ποτό. Πάσχα δὲν εἶναι οἱ σοῦβλες στὸ δρόμο, δὲν εἶναι ἡ ἀνταλλαγὴ εὐχῶν, δὲν εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὸ χωριό. Ἤ, τουλάχιστον, δὲν εἶναι μόνο αὐτά.
Πάσχα εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ γεύση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ φωνὴ τοῦ Οὐρανοῦ ποὺ ἔρχεται μέσα μας, ὅταν μεταλαμβάνουμε στὴν Θεία Λειτουργία. Τότε ἡ ψυχή μας, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, μεταμορφώνεται, ἠρεμεῖ, νιώθει κάτι ἀπὸ τὴν συγγνώμη καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ἀνατέλλει μέσα ἀπὸ τὸν Τάφο. Τότε, νιώθουμε πὼς μ᾿ ὅλο τὸν κόσμο εἴμαστε ἀδέλφια, γιατί μετέχουμε τοῦ κοινοῦ ποτηρίου τῆς Ζωῆς.
Πάσχα εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τῆς ζωῆς μας, ἡ ἀνάστασή μας ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες ποὺ μᾶς δέρνουν. Δὲν ἀξίζει νὰ λέμε ὅτι ἦρθε τὸ Πάσχα κι ἐμεῖς δὲν εἴμαστε συμφιλιωμένοι μὲ τὸ Θεό, τὸ συνάνθρωπο, τὸ γείτονα, τὸν ἑαυτό μας, ὅτι δὲν νιώθουμε πιὸ ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς κακίας καὶ τοῦ θανάτου. Πάσχα ἄλλωστε εἶναι ἡ συντριβὴ τοῦ ἔσχατου ἐχθροῦ της ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ εἶναι ὁ θάνατος: Θανάτω θάνατον πατήσας...
Πάσχα εἶναι ἡ ἀφορμὴ γιὰ ἑνότητα, ἑνότητα μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ τῶν κοινωνιῶν. Δὲν γίνεται νὰ λέμε ὅτι γιορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση καὶ ὁ πόλεμος καὶ ἡ διχόνοια κυριαρχεῖ στὶς ψυχές μας. Δὲν γίνεται νὰ λέμε ὅτι πιστεύουμε στὰ μηνύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἐπικαλούμαστε αὐτὴ τὴν ἰδιότητά μας καὶ νὰ συντρίβουμε λαούς, ὑπολήψεις, συνειδήσεις, συνανθρώπους, πλησίον, ἀδελφούς μας. Δὲν γίνεται νὰ κάνουμε Πάσχα μὲ κακία γιὰ τοὺς ἄλλους, ὅποιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί, ὅ,τι κι ἄν μας ἔχουν κάνει!
Πάσχα δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ νοηθεῖ καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὅλα ὅσα περιλαμβάνει τὸ φολκλορικὸ καὶ παραδοσιακὸ μέρος τῆς ἑορτῆς, ἀποκρυσταλλώνονται μὲ τὴ βίωση τῆς Πασχαλινῆς χαρᾶς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἂν δὲν ἀκουστοῦν οἱ καμπάνες τ᾿ Οὐρανοῦ μέσα στὶς ψυχές μας, ἂν δὲν νιώσουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ, ἀλλὰ κυρίως στὸ χῶρο τοῦ Ναοῦ, μικροῦ ἢ μεγάλου δὲν ἔχει σημασία, τότε εἶναι σὰ νὰ γιορτάζουμε ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ σταύρωναν ἕναν Ἀθῷο καὶ δὲν ἔμπαιναν μέσα στὴν αὐλὴ τοῦ Πιλάτου γιὰ νὰ μὴ μολυνθοῦν!
Τὴν ὥρα τοῦ Πάσχα ἡ φύση βάζει τὴν πιὸ καλὴ καὶ πιὸ γλυκιά της ὥρα. Ἡ Ἀνάσταση ἀποτελεῖ τὴν κορυφαία γιορτὴ τοῦ πολιτισμοῦ μας γιατί ἀποτυπώνει τὸ θρίαμβο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ζωῆς: ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν καθέναν ἀπὸ μᾶς καὶ ζεῖ ἀναστημένος γιὰ τὸν καθέναν ἀπὸ μᾶς. Μᾶς καλεῖ νὰ ξαναβροῦμε τὸ ἀληθινὸ νόημα τοῦ Πάσχα, τὸ ὁποῖο φωλιάζει στὴ Λαμπριάτικη ἀτμόσφαιρα, ὄχι μόνο ἐξωτερικά, ἀλλὰ κυρίως ἐσωτερικά. Γιατί ἐκεῖ βρίσκεται τὸ μόνο καὶ ἀληθινὸ νόημα, στὴν μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς μας, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔστω καὶ γιὰ μία ἡμέρα, Χριστὸς Ἀνέστη!

                                                                                                      Καθ. Π. Πάσχος





ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ




Μεγάλη Παρασκευή - Ὁ Εὐσχήμων


«Ὁ εὐσχήμων Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελῶν τὸ ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρὰ εἰλήσας καὶ ἀρώμασι, ἐν μνήματι ἀπέθετο». Στὴν τραγῳδία τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου, μία μορφὴ περνᾶ ξώφαλτσα ἀπὸ τὴν πρώτη γραμμὴ τῆς ἐπικαιρότητας. Κυριαρχοῦν οἱ δυὸ Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων, ὁ Ἄννας καὶ ὁ Καϊάφας, ὁ ἕνας σκληρότερος ἀπὸ τὸν ἄλλο. Ὀρθώνεται τραγικὰ λίγη ἡ μορφὴ τοῦ Πιλάτου, ἑνὸς ἡγεμόνα ἀνίκανου νὰ ἀρθεῖ στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ νὰ πάρει ἀποφάσεις δικαιοσύνης. Σὰν ἀστραπὴ περνᾶ ἡ εἰκόνα τοῦ Πέτρου ποὺ κλαίει πικρά, μὴ μπορώντας νὰ νικήσει οὔτε κὰν ἕνα ἀθῷο κορίτσι! Ἀκόμα κι ἡ εἰκόνα τοῦ Βαραββᾶ, ποὺ γλιτώνει τὴ ζωή του γιὰ χάρη ἑνὸς Ἀθῴου, θὰ μποροῦσε νὰ σταθεῖ ἀχνὴ μπροστά μας. Στὸ Σταυρὸ κυριαρχεῖ ὁ λῃστής, ὁ Ἰωάννης, ἡ Παναγία, μορφὲς ποὺ πονοῦν! Καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα, ἕνα ἀτέλειωτο οὐρλιαχτὸ κοροϊδίας ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ φανέρωναν στὸν κόσμο ὅτι καμιὰ ζωὴ δὲν ἔχει ἀξία, ὅταν δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ δικά μας πιστεύω!
Κι ὅμως, ὑπάρχει μία μορφὴ ποὺ ἀνήκει στοὺς δευτεραγωνιστὲς τοῦ Πάθους, ἀλλὰ στὴν οὐσία ἐκφράζει πολλὰ περισσότερα ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Εἶναι ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, βουλευτὴς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, κρυφὸς μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος «τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλάτον καὶ ἠτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Τὸ ζήτησε, τὸ πῆρε, τὸ ἔθαψε! Μὲ μία ἁπλότητα στ᾿ ἀλήθεια συγκινητική, ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη τοῦ πρὸς τὸν νεκρὸ Διδάσκαλο, ἀλλὰ καὶ ταυτόχρονα ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς στὸ προσκήνιο γιὰ νὰ προσφέρει αὐτὸ ποὺ ἡ καρδιὰ τοῦ νιώθει.
«Εὐσχήμων» χαρακτηρίζεται ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστή, ποὺ σημαίνει ξεχωριστός, διαλεχτός, ἀρχοντικός. Κανεὶς δὲν θὰ περίμενε ἀπ᾿ αὐτὸν νὰ δείξει μία τέτοια τόλμη, ὡστόσο τὰ θαύματα γίνονται ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν τὸ περιμένει κανείς! Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἀγαπημένοι μαθητὲς τοῦ Κυρίου κρύφτηκαν ἀπὸ φόβο μὴν ὁδηγηθοῦν στὰ ἴδια μονοπάτια μὲ τὸν Ἰησοῦ, ὁ προσδεχόμενος τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ Ἰωσὴφ δὲν διστάζει νὰ προσφέρει τὶς τελευταῖες φροντίδες σ᾿ Αὐτὸν ποὺ πιστεύει, καταπλήσσοντας καὶ τὸν Πιλάτο καὶ τοὺς περὶ αὐτόν, ἴσως καὶ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό!
Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἴσως εἴμαστε στὴν ἴδια κατηγορία μὲ τὸν Ἰωσήφ, εὐσχήμονες. Ἡ κοινωνία ἔχει γιὰ μᾶς καλὴ γνώμη, δὲν προκαλοῦμε μὲ τὴ ζωή μας, εἴμαστε ὅπως ὅλοι, παρακολουθοῦμε τὰ τεκταινόμενα στὴ ζωὴ χωρὶς νὰ προκαλοῦμε, ἴσως στὴν προσωπική μας ζωὴ νὰ ἔχουμε αὐτὴ τὴν ἀρχοντιὰ τοῦ Ἰωσήφ, αὐτὸ τὸ διαλεχτό, ἀλλὰ τὸ μοιραζόμαστε μόνο μὲ τοὺς δικούς μας ἢ τὸ στενό μας περιβάλλον! Ἴσως νὰ μᾶς συγκινεῖ καὶ ὁ τρόπος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, νὰ προσπαθοῦμε ἀθόρυβα νὰ τὴ βιώσουμε στὴ ζωή μας, ἴσως καὶ πάλι κάτι νὰ περιμένουμε, νὰ ἀναζητοῦμε αὐτὸ τὸ μυστικὸ κάλεσμα τοῦ οὐρανοῦ!
Ἔρχεται ὅμως ἡ στιγμὴ ποὺ καλούμαστε νὰ δείξουμε τὴν τόλμη τοῦ Ἰωσήφ! Καὶ τότε, ὅπου καὶ νὰ βρισκόμαστε, στὸ ἐργασιακό, τὸ κοινωνικό, τὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον, ὅπου κι ἂν ἀγωνίζεται ὁ καθένας μας, ξυπνᾶ μέσα μας αὐτὴ ἡ τόλμη, ξαναβρίσκουμε ἕνα νεανικὸ θάρρος ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν πίστη στὸ γνήσιο, τὴν πίστη σ᾿ Αὐτὸν ποὺ βλέπουμε νὰ παθαίνει, νὰ πεθαίνει, νὰ θυσιάζεται γιά μας, καὶ ξυπνᾶ μέσα μας ὁ εὐσχήμων ποὺ κρύβουμε!
Καὶ τότε νιώθουμε νὰ μᾶς πλημμυρίζει ἡ ἀνάγκη τῆς μαρτυρίας τοῦ Θεοῦ, μία μαρτυρία ποὺ δὲ δίνεται μὲ κραυγές, βία, φωνές, ἀλλὰ λειτουργεῖ σιωπηλά, μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ δὲ γνωρίζει σύνορα, μὲ τὴν παρηγοριά, μὲ τὴν προσφορὰ χρημάτων ἀλλὰ καὶ ἑνὸς καλοῦ λόγου, μὲ τὴν προσφορὰ τοῦ χαρίσματος ποὺ ἔχει ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ὅπλο μοναδικό, δῶρο Θεοῦ, γνήσια ἀνταπόκριση στὸν Σταυρωμένο Ἀγαπημένο, ποὺ βλέπουμε νὰ μᾶς δείχνει τὸ δρόμο!
Δὲν λείπουνε οἱ εὐσχήμονες σήμερα, οὔτε θὰ λείψουνε ποτέ! Ἡ παρουσία τοῦ Ναζωραίου δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ λειτουργεῖ μυστικὰ καὶ ἁπλὰ στὶς ψυχὲς τῶν πολλῶν, ὅπου κι ἂν βρίσκονται, μὲ ὅ,τι κι ἂν ἀσχολοῦνται! Ἄλλωστε, αὐτὴ εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ Ἰησοῦ, ἡ βασιλεία ποὺ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες, χωρὶς ἐξαίρεση, ἀκόμα κι αὐτοὺς ποὺ τὸν μισοῦν, ἀκόμα κι αὐτοὺς ποὺ προσπερνοῦν ἀδιάφοροι στὴ θυσία Του, αὐτοὺς ποὺ τὸ Πάσχα θὰ τοὺς βρεῖ στὰ ἔθιμα κι ὄχι στὴν Ἀνάσταση!


Μεγάλη Παρασκευὴ - Ὁ Ἱεροεξεταστής

Γιατί ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο; Γιατί τελικὰ σταυρώθηκε; Εἶναι Θεὸς ἢ δὲν εἶναι; Μήπως ἦταν ἁπλῶς ἕνας πολὺ καλὸς ἄνθρωπος, ποὺ δημιούργησε ἕνα ὡραῖο φιλοσοφικὸ καὶ ἰδεολογικὸ σύστημα, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔγιναν τελικὰ ὁ μεγαλύτερες ἀδικίες τοῦ κόσμου;
Αὐτὲς εἶναι ἀπόψεις ποὺ ἀκούγονται κατὰ καιροὺς γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ στὴν πράξη, γιὰ τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς κοινωνίας ὁ Χριστὸς βιώνεται ὡς μία εὐχάριστη παρένθεση στὴν καθημερινότητα, ὡς μία φολκλορικὴ ἐπιβίωση παλαιῶν ἐθίμου καὶ ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ φαινομενικὰ συγκινεῖ, στὴν οὐσία δὲν ἀγγίζει ὅμως τὶς ζωές μας. Βιώνουμε ἕναν ἀκίνδυνο Χριστό, ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίζουμε τὰ πράγματα, γιατί στὴν οὐσία δὲν ἔχουμε τὴν τόλμη καὶ τὸ θάρρος νὰ ἐπιχειρήσουμε μεγάλες ἀλλαγὲς στὴ ζωή μας.
Ὁ Ντοστογιέφσκυ, στὸ βιβλίο τοῦ Ἀδελφοὶ Καραμαζόφ, βάζει στὸ στόμα ἑνὸς ἀπ᾿ αὐτούς, τοῦ Ἰβάν, μία θαυμάσια ἱστορία ποὺ τὴ ἐπιγράφει «Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής». Ὁ Χριστὸς ξανακατεβαίνει στὴ γῆ, στὴ Σεβίλλη τῆς Ἱσπανίας, ὅταν ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση κυριαρχεῖ. Κάνει θαύματα πάλι, συγκλονίζει τοὺς ἀνθρώπους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Μεγάλο Ἱεροεξεταστή, ἕναν γέρο καρδινάλιο, ὁ ὁποῖος τὸν συλλαμβάνει, τὸν κλείνει σ᾿ ἕνα κελί, πιὸ σκοτεινὸ ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ Πιλάτου, καὶ τὸν ἀνακρίνει, κάνοντας ἀναφορὰ στὰ κομβικὰ σημεῖα τῆς διδασκαλίας του, τὰ ὁποία φοβοῦνται οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι.
Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ φέρει τὴν ἐλευθερία, ὄχι μόνο τὴν ἐξωτερική-πολιτικὴ ἐλευθερία, ἀλλὰ τὴν ἐλευθερία νὰ ἀποφασίζει κανεὶς καὶ νὰ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνη τῶν ἐπιλογῶν του. Ὁ Ἱεροεξεταστὴς τοῦ λέει ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσει ψωμὶ στοὺς ἀνθρώπους (μία κατηγορία ποὺ διατυπώνεται συχνὰ καὶ ἐναντίον τῆς Ἐκκλησία, ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζει τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, λὲς καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς παρουσίας της στὸν κόσμο), γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν ὁμαδόν. Ὁ Χριστὸς ὅμως κάλεσε ἐλεύθερα τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκολουθήσουν κι αὐτὸ προϋποθέτει μία ἀντίληψη γιὰ τὴν πίστη ποὺ εἶναι ζητούμενο στὴν ἐποχή μας.
Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ φέρει τὴν ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ σταυρώθηκε, ἀπὸ ἀγάπη. Ὁ Ἱεροεξεταστὴς τοῦ λέει ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ στηρίζει τὴ διδασκαλία Του στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο, γιατί αὐτὰ ἐνδιαφέρουν τὸν ἄνθρωπο, ἡ μαγικὴ πλευρὰ τῆς πίστεως δηλαδή. Αὐτὴ τὴν μαγικὴ πίστη βιώνουμε ὅταν κοινωνοῦμε γιὰ τὸ καλό του χρόνου, ὅταν πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία μόνο γιὰ νὰ μᾶς δώσει ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη, ὅταν σπεύδουμε ἐκεῖ ποὺ γίνονται θαύματα καὶ θεωροῦμε πὼς αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ εἴμαστε καλὰ πνευματικά.
Ἡ ἀγάπη ὅμως προϋποθέτει θυσία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ πάψουμε νὰ προτάσσουμε τὸ ὑλικὸ συμφέρον, τὸ χρῆμα, τὸν καταναλωτισμό, τὴν ἀτομικότητα καὶ καλοπέραση καὶ νὰ δώσουμε τὴν καρδιά μας, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται. Ὁ Ἱεροεξεταστὴς λέει στὸ Χριστὸ ὅτι ἂν παραδινόταν στὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου καὶ στὴ νοοτροπία αὐτῆς τῆς ζωῆς, κανεὶς δὲν θὰ ἐνοχλοῦνταν ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ ἀκόμα περισσότεροι θὰ ἀκολουθοῦσαν, ἔστω καὶ τυπικὰ τὰ βήματά Του, γιατί θὰ βολεύονταν στὴν πίστη ποὺ Αὐτὸς δίδαξε.
Αὐτὲς τὶς μέρες κυριαρχεῖ ἕνα ρεῦμα θρησκευτικότητας στὴν μισὴ ζωή μας. Στὴν ὑπόλοιπη συνεχίζουμε ἀμέριμνα νὰ τραγουδοῦμε τὸ σκοπὸ τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ. «Προσμένουμε νὰ γίνει κάποιο θαῦμα», ὅπως λέει ὁ ποιητῆς, χωρὶς νὰ θέλουμε τελικὰ νὰ ζήσουμε μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς εὐθύνης, τὴ γνησιότητα τῆς ἀγάπης καὶ τὴ θυσία τῆς πίστης. Στὴν ἄλλη πλευρά, ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς περιμένει ὁ νεκρωμένος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας Χριστός. Θὰ τολμήσουμε τὸ μεγάλο βῆμα ἢ θὰ παραμείνει καὶ ἡ φετινὴ Ἀνάσταση μία ἀκόμη χαμένη εὐκαιρία; Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.

                                                                                                                             Καθ. Π. Πάσχος

Μ.Πέμπτη


Μεγάλη Πέμπτη - Ὁ Μυστικός


Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία διαρκῆ λογοδιάρροια. Ὅπου καὶ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ βρεθεῖ κανεὶς λόγο ἀκούει, λόγο στὰ ΜΜΕ, λόγο στὴν πολιτική, λόγο στὸν ἀθλητισμό, λόγο στὴν τέχνη, λόγο καὶ στὴν Ἐκκλησία. Ἡ ποιότητα τοῦ ἐκφερόμενου λόγου εἶναι συνήθως προβληματικὴ καὶ ἀμφίβολη, ἀναφέρεται στὴν καθημερινότητα καὶ τὸ τελικὸ βεληνεκὲς τοῦ λόγου δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τὴν μιζέρια τοῦ σήμερα.
Τὸ δικαίωμα λόγου καὶ ἔκφρασης εἶναι αὐτονόητο στὴν δημοκρατικὴ καὶ πλουραλιστικὴ κοινωνία μας καὶ θεωρεῖται ἀναφαίρετο ἀνθρώπινο δικαίωμα. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ περιορίσει καὶ οὔτε θὰ ἦταν σωστό. Ἐδῶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύει τὸ ἀπόφθεγμα πνευματικῆς ἀνεκτικότητας τοῦ Βολτέρου: «Δὲν συμφωνῶ μὲ τίποτα ἀπὸ ὅσα λές, θὰ ὑπερασπίζω ὅμως, καὶ μὲ τὸ τίμημα τῆς ζωῆς μου ἀκόμη, τὸ δικαίωμά σου ἐλεύθερα νὰ λὲς ὅσα πρεσβεύεις».
Εἶναι αὐτονόητο πὼς ἡ Ἐκκλησία δὲν θεωρεῖ πὼς πρέπει νὰ ὑπάρχει περιορισμὸς στὸ δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐκφέρει λόγο καὶ νὰ ἔχει σκέψη. Ἐνίοτε ὅμως ἡ Ἐκκλησία κάνει λόγο γιὰ μία ἐκούσια παραχώρηση τοῦ δικαιώματος τοῦ λόγου, ἐνίοτε ἡ Ἐκκλησία συστήνει στὸν ἄνθρωπο τὴ σιωπὴ ὡς μέσο γνήσιας ἐπικοινωνίας μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο, ὡς ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀφουγκραστεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ νὰ πιαστεῖ ἀπὸ τὶς ἄκρες τῶν αἰσθημάτων του, τὰ ὁποία συνήθως ἡ ἄκρατη λογοδιάρροια καταπνίγει.
Ὁ Χριστὸς καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας δράσης Τοῦ κήρυττε, χρησιμοποιοῦσε τὸ λόγο ὡς Λόγος τοῦ Θεοῦ. Στὸ κρισιμότερο σημεῖο τῆς παρουσίας του στὸν κόσμο ὅμως ἀπέφυγε νὰ μιλήσει. Στὴ Γεθσημανὴ ἄφησε τοὺς μαθητὲς μόνους τους καὶ πῆγε νὰ προσευχηθεῖ στὸ Θεὸ - Πατέρα Του. Στὴν ἀνάκριση τοῦ Πιλάτου ἦταν σιωπηλός, «οὐδὲν ἀπεκρίνατο, ὥστε θαυμάζειν τὸν ἡγεμόνα λίαν». Καὶ τὸ αὐτὸ στὸ Σταυρό, στοὺς ὀνειδισμοὺς τῶν Ἰουδαίων καὶ στὶς προτροπές τους νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ Σταυρὸ γιὰ νὰ τὸν πιστέψουν, ἡ σιωπὴ ἦταν ἡ ἀπάντησή Του.
Εἶναι μία προτροπὴ ἡ στάση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τὴν ἐπιδοκιμάζει καὶ ἐφαρμόζει στὴν νηπτικὴ ἄσκηση τῆς ἱστορίας της. Ὅταν μιλᾶ κανεὶς διαρκῶς, δὲν ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ σταθεῖ καὶ ν᾿ ἀκούσει τὸν ἑαυτό του, γιατί ὁ λόγος παίρνει συνήθως τὸ χαρακτήρα τῆς αὐτό-δικαίωσης, μίας διαρκοῦς ἀπολογίας ἀπόψεων, ἰδεῶν, κινήτρων πράξεων. Βέβαια ὁ λόγος εἶναι ἡ κατεξοχὴν λειτουργία τῆς ἐπικοινωνίας καὶ κοινωνίας, ὡστόσο ἡ κατάχρησή του ἀναιρεῖ αὐτὴ τὴ δυνατότητα, γιατί δὲν ἀφήνει περιθώρια νὰ ἀκούσει κανεὶς τὸν Ἄλλο, εἴτε αὐτὸς εἶναι ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε ὁ συνάνθρωπος, εἴτε ἡ κοινωνία.
Χρειάζεται ἐκείνη ἡ μυστικὴ θεώρηση τῶν πραγμάτων, ποὺ βασίζεται στὴν λαλοῦσα σιωπή. Στὴν κακία τοῦ κόσμου, στὴν ὕβρη καὶ τὴν περιφρόνηση, στὸν ἀκατάσχετο ἀκτιβισμό, ἡ σιωπὴ τῆς προσευχῆς, ἡ σιωπὴ τῆς ὑπομονῆς, ἡ σιωπὴ τῆς ἀγάπης δίνει τὸ μυστικὸ ἐκεῖνο νόημα τοῦ Οὐρανοῦ. Ἰδίως στὶς μέρες μας, τὶς τόσο πολύβουες καὶ ἐλάχιστα νηπτικές.




Μεγάλη Πέμπτη - Τὸ φιλί


«Μισῶν ἐφίλει, φιλῶν ἐπώλει». Μ᾿ αὐτὴ τὴ φράση ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας περιγράφει τὴ στάση τοῦ Ἰούδα ἀπέναντι στὸ Χριστό. Μία φράση κοφτή, σύντομη, ἁπλή, ποὺ κρύβει πόνο. Τὸ μίσος, τὸ φιλί, ἡ ἀγοραπωλησία! Τρεῖς στάσεις ποὺ στὴν περίπτωση τοῦ Ἰούδα συναρμόζονται, σὲ μία ἀκολουθία τραγῳδίας γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ μαθητῆ, ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται στὴ θέση του καὶ σήμερα!
Τὸ μίσος ποὺ ἐκφράζεται μὲ φίλημα, μία τελείως παράδοξη καὶ ἀντιφατικὴ συμπεριφορά. Τὸ φιλί, ἡ κορυφαία ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης, ὁ τρόπος ποὺ κανεὶς δείχνει ὅ,τι τὸν συνδέει μὲ κάποιον! Τὸ μίσος, ἡ κορυφαία ἀπόδειξη τῆς διαστροφῆς τῆς ἀγάπης, τοῦ πληγωμένου ἐγωισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καρπὸς τῆς ἀποτυχίας τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀγαπήσει ἀληθινὰ καὶ ἐνίοτε νὰ τὸν ἀγαπήσουν! Ἡ ἀγοραπωλησία, ὁ ὑποβιβασμὸς τῶν αἰσθημάτων σὲ ἐπίπεδο συναλλαγῆς, ὁ ἄνθρωπος ποὺ πουλιέται γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου, τὰ τριάκοντα ἀργύρια ποὺ δείχνουν τὴν δουλεία τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἐγώ, στὸν κακὸ ἑαυτό του, στὸ ψεύτικο! Ἡ σχέση τοῦ μαθητῆ μὲ τὸ διδάσκαλο, ὄχι σχέση διαφωνίας, ἀντίθεσης, ἄλλης ἄποψης, ἀλλὰ ἰσοπέδωσης καὶ καταστροφῆς!
Ἂν ὁ Ἰούδας ἔμενε στὸ μίσος γιὰ τὸ Χριστό, θὰ ἦταν μία στάση! Ὁ καθένας θὰ μποροῦσε νὰ τὴν καταλάβει ὡς προερχόμενη ἀπὸ μία ἄλλη ματιὰ τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν προσφορά, τὴ θυσία, τὴ μετάνοια! Ὁ Ἰούδας ζεῖ αὐτὸ τὸ κήρυγμα ὡς ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῆς ἀπληστίας καὶ τῆς φιλαργυρίας του, καθὼς ἐξασφάλιζε τὸ γλωσσόκομον, τὰ χρήματα ποὺ τοῦ χρειάζονταν γιὰ τὸν κορεσμὸ τοῦ πάθους του. Ὅμως, δὲν μένει ἐκεῖ. Τὸ μίσος τοῦ γι᾿ Αὐτὸν ποὺ ἤξερε τὸ πάθος του δὲν περιορίστηκε στὸ αἴσθημα. Πούλησε καὶ τὸ τελευταῖο ἴχνος ἀξιοπρέπειας καὶ ἀντὶ νὰ φύγει ἀπὸ Ἐκεῖνον, μὲ Τὸν ὁποῖο δὲν συμφωνοῦσε, προτίμησε νὰ Τὸν καταστρέψει, νὰ Τὸν πουλήσει, νὰ Τὸν ἀνταλλάξει μὲ ἕνα ἀσήμαντο ποσό!
Κι ἔρχεται τὸ φίλημα! Ὁ ἀν-αίσθητος ἐκφράζεται μὲ τὸν πιὸ ὡραῖο τρόπο ἀπεικόνισης τοῦ αἰσθήματος! «Ἑταῖρε, ἐφ᾿ ᾧ πάρει», ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ! Αὐτὴ ἡ σιωπηλὴ πίκρα γιὰ τὸ κατάντημα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀγαπητούς Του εἶναι ἀπὸ τὶς χαρακτηριστικότερες στιγμὲς τοῦ Πάθους! Αὐτὴ ἡ πονεμένη φράση, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ φιλήματος ὡς τελευταίας, ἔστω καὶ ψεύτικης, ἀπόδειξης ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ αὐτὸς ποὺ ἡ καρδιὰ τοῦ εἶναι κλειστὴ καὶ τυφλωμένη, δὲν παύει νὰ εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θυσιάστηκε! Αὐτὸ τὸ σιωπηλὸ δάκρυ τοῦ Χριστοῦ γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἔκλεισε ὁριστικὰ τὴν πόρτα τῆς σωτηρίας γιὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὴν μεγαλύτερη ψευδαίσθηση εὐτυχίας!
Μοιάζουμε καμιὰ φορὰ οἱ ἄνθρωποι τοῦ σήμερα μὲ τὸν Ἰούδα! Ἐνῷ μας ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὴν πουλᾶμε γιὰ τὰ ἀργύρια τῆς καταξίωσης, τῆς ἀποδοχῆς ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τοῦ κόσμου τούτου, γιὰ νὰ σβήσει ἀπὸ μέσα μας ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης γιὰ τὴν πορεία χωρὶς Θεό! Καὶ ἐνῷ ζοῦμε χωρὶς αἰσθήματα, θεωροῦμε πολλὲς φορὲς ὅτι ἀγαποῦμε ἢ ἐκφραζόμαστε μ᾿ ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα φιλιὰ τῆς ἡδονῆς, τῆς ὑποκρισίας, τοῦ δόλου!
Ὁ Ἰησοῦς μας ἀτενίζει σιωπηλά! Ἐκείνη ἡ ματιά του, καθὼς περικυκλωμένος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς Του ἑτοιμάζεται γιὰ τὴν τελική Του πορεία, δείχνει ὅτι ἀκόμη καὶ τὴν ὕστατη στιγμή, περιμένει ἀπὸ μᾶς κάτι. Ὄχι τὴν μεταμέλεια, ἀλλὰ τὴν μετάνοια! Ὄχι τὸ μίσος, ἀλλὰ τὴν προσφορά! Ὄχι τὴν ἡδονή, ἀλλὰ τὴν ἀγάπη! Ὄχι τὸ ψεύτικο φίλημα, ἀλλὰ τὸ δάκρυ τῆς πόρνης, τὸ μύρο τῆς ἔμπρακτης ἐπιστροφῆς, τὸ φιλὶ τῆς κοινωνίας μαζί Του! Ὄχι στὸ πρόσωπο, μὲ τὴν θρασεία παρρησία τοῦ ψεύτη, ἀλλὰ στὰ πόδια, μὲ τὴν ταπείνωση αὐτοῦ ποὺ ἀγαπᾶ! Καὶ ἡ σιωπηλή Του πορεία πρὸς τὸ Γολγοθά, θὰ ἔχει τὴν παρηγοριά, ὅτι δὲν πέθανε ἡ ἐλπίδα γιά μας, ὅτι ἔστω καὶ τὴν ὕστατη στιγμὴ τὸ συμφέρον θὰ μεταμορφωθεῖ σὲ στάλες ἀγάπης καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς Αὐτὸν ποὺ μᾶς σῴζει! Μὲ τὴν κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματός Του, ὅπως κοινώνησε ἀκόμη κι αὐτὸς ποὺ κίβδηλα τὸν φίλησε! Μόνο ποὺ γιὰ μᾶς ἡ συμμετοχὴ στὸν κύκλο Του θὰ εἶναι γιὰ τὴ σωτηρία καὶ ὄχι γιὰ τὴν αὐτοκαταστροφή!

                                                                                                                           Καθ. Π. Πάσχος