Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Ο θάνατος ως κέρδος...για τον Σωκράτη


Η καταδίκη του Σωκράτη

Στην ψηφοφορία που ακολούθησε την απολογία του, ο Σωκράτης κρίθηκε ένοχος. Οι κατήγοροί του είχαν προτείνει να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου. Έπρεπε, λοιπόν, σύμφωνα με το νόμο να αντιπροτείνει ο ίδιος μια ποινή για τον εαυτό του ( ἀντιτίμησις ). Πρότεινε, λοιπόν, αντί ποινής, να σιτίζεται δωρεάν στο πρυτανείο ως αναγνώριση της προσφοράς του προς την πόλη. Έτσι, καταδικάστηκε σε θάνατο. Αφού απευθύνθηκε ξεχωριστά στους δικαστές που έδωσαν καταδικαστική ψήφο και σε εκείνους που ψήφισαν για την αθώωσή του, συμπληρώνει:

    Ἐννοήσωμεν δὲ καὶ τῇδε ὡς πολλὴ ἐλπίς ἐστιν ἀγαθὸν
αὐτὸ εἶναι. δυοῖν γὰρ θἄτερόν ἐστιν τὸ τεθνάναι· ἢ γὰρ
οἷον μηδὲν εἶναι μηδὲ αἴσθησιν μηδεμίαν μηδενὸς ἔχειν τὸν
τεθνεῶτα, ἢ κατὰ τὰ λεγόμενα μεταβολή τις τυγχάνει
οὖσα καὶ μετοίκησις τῇ ψυχῇ τοῦ τόπου τοῦ ἐνθένδε εἰς
ἄλλον τόπον. καὶ εἴτε δὴ μηδεμία αἴσθησίς ἐστιν ἀλλ’
[40d] οἷον ὕπνος ἐπειδάν τις καθεύδων μηδ’ ὄναρ μηδὲν ὁρᾷ, θαυ-
μάσιον κέρδος ἂν εἴη ὁ θάνατος ―ἐγὼ γὰρ ἂν οἶμαι, εἴ τινα
ἐκλεξάμενον δέοι ταύτην τὴν νύκτα ἐν ᾗ οὕτω κατέδαρθεν
ὥστε μηδὲ ὄναρ ἰδεῖν, καὶ τὰς ἄλλας νύκτας τε καὶ ἡμέρας
τὰς τοῦ βίου τοῦ ἑαυτοῦ ἀντιπαραθέντα ταύτῃ τῇ νυκτὶ δέοι
σκεψάμενον εἰπεῖν πόσας ἄμεινον καὶ ἥδιον ἡμέρας καὶ
νύκτας ταύτης τῆς νυκτὸς βεβίωκεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ βίῳ, οἶμαι
ἂν μὴ ὅτι ἰδιώτην τινά, ἀλλὰ τὸν μέγαν βασιλέα εὐαριθμή-
[40e] τους ἂν εὑρεῖν αὐτὸν ταύτας πρὸς τὰς ἄλλας ἡμέρας καὶ
νύκτας― εἰ οὖν τοιοῦτον ὁ θάνατός ἐστιν, κέρδος ἔγωγε
λέγω· καὶ γὰρ οὐδὲν πλείων ὁ πᾶς χρόνος φαίνεται οὕτω
δὴ εἶναι ἢ μία νύξ. εἰ δ’ αὖ οἷον ἀποδημῆσαί ἐστιν ὁ
θάνατος ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἀληθῆ ἐστιν τὰ
λεγόμενα, ὡς ἄρα ἐκεῖ εἰσι πάντες οἱ τεθνεῶτες, τί μεῖζον
ἀγαθὸν τούτου εἴη ἄν, ὦ ἄνδρες δικασταί; εἰ γάρ τις
[41a] ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων
δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ
καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ Ῥαδάμανθυς καὶ
Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι
ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ, ἆρα φαύλη ἂν εἴη ἡ ἀποδημία;
ἢ αὖ Ὀρφεῖ συγγενέσθαι καὶ Μουσαίῳ καὶ Ἡσιόδῳ καὶ
Ὁμήρῳ ἐπὶ πόσῳ ἄν τις δέξαιτ’ ἂν ὑμῶν; ἐγὼ μὲν γὰρ
πολλάκις ἐθέλω τεθνάναι εἰ ταῦτ’ ἔστιν ἀληθῆ. ἐπεὶ
[41b] ἔμοιγε καὶ αὐτῷ θαυμαστὴ ἂν εἴη ἡ διατριβὴ αὐτόθι, ὁπότε
ἐντύχοιμι Παλαμήδει καὶ Αἴαντι τῷ Τελαμῶνος καὶ εἴ τις
ἄλλος τῶν παλαιῶν διὰ κρίσιν ἄδικον τέθνηκεν, ἀντιπαρα-
βάλλοντι τὰ ἐμαυτοῦ πάθη πρὸς τὰ ἐκείνων ―ὡς ἐγὼ οἶμαι,
οὐκ ἂν ἀηδὲς εἴη― καὶ δὴ τὸ μέγιστον, τοὺς ἐκεῖ ἐξετάζοντα
καὶ ἐρευνῶντα ὥσπερ τοὺς ἐνταῦθα διάγειν, τίς αὐτῶν σοφός
ἐστιν καὶ τίς οἴεται μέν, ἔστιν δ’ οὔ. ἐπὶ πόσῳ δ’ ἄν τις,
ὦ ἄνδρες δικασταί, δέξαιτο ἐξετάσαι τὸν ἐπὶ Τροίαν ἀγαγόντα
[41c] τὴν πολλὴν στρατιὰν ἢ Ὀδυσσέα ἢ Σίσυφον ἢ ἄλλους
μυρίους ἄν τις εἴποι καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, οἷς ἐκεῖ
διαλέγεσθαι καὶ συνεῖναι καὶ ἐξετάζειν ἀμήχανον ἂν εἴη
εὐδαιμονίας; πάντως οὐ δήπου τούτου γε ἕνεκα οἱ ἐκεῖ
ἀποκτείνουσι· τά τε γὰρ ἄλλα εὐδαιμονέστεροί εἰσιν οἱ ἐκεῖ
τῶν ἐνθάδε, καὶ ἤδη τὸν λοιπὸν χρόνον ἀθάνατοί εἰσιν, εἴπερ
γε τὰ λεγόμενα ἀληθῆ.
    Ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς χρή, ὦ ἄνδρες δικασταί, εὐέλπιδας εἶναι
πρὸς τὸν θάνατον, καὶ ἕν τι τοῦτο διανοεῖσθαι ἀληθές, ὅτι
[41d] οὐκ ἔστιν ἀνδρὶ ἀγαθῷ κακὸν οὐδὲν οὔτε ζῶντι οὔτε τελευ-
τήσαντι, οὐδὲ ἀμελεῖται ὑπὸ θεῶν τὰ τούτου πράγματα·
οὐδὲ τὰ ἐμὰ νῦν ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου γέγονεν, ἀλλά μοι
δῆλόν ἐστι τοῦτο, ὅτι ἤδη τεθνάναι καὶ ἀπηλλάχθαι πρα-
γμάτων βέλτιον ἦν μοι. διὰ τοῦτο καὶ ἐμὲ οὐδαμοῦ ἀπέτρεψεν
τὸ σημεῖον, καὶ ἔγωγε τοῖς καταψηφισαμένοις μου καὶ τοῖς
κατηγόροις οὐ πάνυ χαλεπαίνω. καίτοι οὐ ταύτῃ τῇ διανοίᾳ
κατεψηφίζοντό μου καὶ κατηγόρουν, ἀλλ’ οἰόμενοι βλάπτειν·
[41e] τοῦτο αὐτοῖς ἄξιον μέμφεσθαι. τοσόνδε μέντοι αὐτῶν
δέομαι· τοὺς ὑεῖς μου, ἐπειδὰν ἡβήσωσι, τιμωρήσασθε, ὦ
ἄνδρες, ταὐτὰ ταῦτα λυποῦντες ἅπερ ἐγὼ ὑμᾶς ἐλύπουν, ἐὰν
ὑμῖν δοκῶσιν ἢ χρημάτων ἢ ἄλλου του πρότερον ἐπι-
μελεῖσθαι ἢ ἀρετῆς, καὶ ἐὰν δοκῶσί τι εἶναι μηδὲν ὄντες,
ὀνειδίζετε αὐτοῖς ὥσπερ ἐγὼ ὑμῖν, ὅτι οὐκ ἐπιμελοῦνται ὧν
δεῖ, καὶ οἴονταί τι εἶναι ὄντες οὐδενὸς ἄξιοι. καὶ ἐὰν
[42a] ταῦτα ποιῆτε, δίκαια πεπονθὼς ἐγὼ ἔσομαι ὑφ’ ὑμῶν αὐτός
τε καὶ οἱ ὑεῖς. ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν
ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν
ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ
τῷ θεῷ.

Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους,  40c–42a


Μτφρ. Θ. Σαμαράς.
Ας σκεφτούμε και με την εξής λογική ότι υπάρχουν πολλές ελπίδες να είναι αγαθό ο θάνατος: το να πεθαίνει κανείς είναι ένα από τα δύο· ή ισοδυναμεί με ανυπαρξία και ο νεκρός δεν αισθάνεται τίποτε ή, όπως λέγεται, είναι μία μεταβολή και μία μετοίκηση της ψυχής από εδώ σε άλλο τόπο. Και αν ο θάνατος είναι το να μην αισθάνεται κανείς τίποτε, δηλαδή κάτι σαν ύπνος στον οποίο αυτός που κοιμάται δε βλέπει κανένα όνειρο, τότε θα ήταν μεγάλο κέρδος. Γιατί εγώ νομίζω ότι, αν κάποιος έπρεπε να διαλέξει τη νύχτα στην οποία κοιμήθηκε έτσι ώστε να μη δει κανένα όνειρο και, αφού την αντιπαραθέσει στις άλλες νύχτες και τις μέρες της ζωής του, να σκεφθεί και να πει πόσες μέρες και νύχτες καλύτερες και πιο ευχάριστες από αυτή πέρασε στη ζωή του, νομίζω ότι όχι μόνο κάποιος απλός άνθρωπος αλλά και ο ίδιος ο Μεγάλος Βασιλιάς θα τις έβρισκε πολύ λίγες σε σχέση με τις άλλες μέρες και νύχτες. Αν λοιπόν τέτοιο πράγμα είναι ο θάνατος, εγώ λέω ότι είναι κέρδος, γιατί έτσι ολόκληρος ο χρόνος δε φαίνεται μεγαλύτερος από μία νύχτα. Αν πάλι ο θάνατος είναι κάτι σαν αποδημία από εδώ σε άλλο τόπο, και αν είναι αληθινά αυτά που λέγονται ότι εκεί βρίσκονται όλοι οι πεθαμένοι, ποιο μεγαλύτερο αγαθό θα μπορούσε να υπάρξει από αυτό, δικαστές; Αν κανείς ερχόμενος στον Άδη, έχοντας απαλλαγεί από αυτούς εδώ που λένε ότι είναι δικαστές, βρει τους αληθινούς δικαστές, αυτούς που λέγεται ότι δικάζουν εκεί, το Μίνω και το Ραδάμανθυ και τον Αιακό και τον Τριπτόλεμο και τους άλλους ημίθεους που έζησαν τη ζωή τους ως δίκαιοι άνθρωποι, θα ήταν κακή αυτή η αποδημία; Ή πάλι τι δε θα έδινε κανείς για να συναναστραφεί τον Ορφέα και το Μουσαίο και τον Ησίοδο και τον Όμηρο; Εγώ τουλάχιστον θέλω πολλές φορές να πεθάνω, αν αυτά είναι αληθινά. Γιατί για μένα βέβαια θα ήταν θαυμάσια η διαμονή εκεί· κάθε φορά που θα συναντούσα τον Παλαμήδη και τον Αίαντα, το γιο του Τελαμώνα, και όποιον άλλο από τους παλιούς ήρωες πέθανε εξαιτίας άδικης καταδίκης, θα αντιπαρέβαλα όσα έπαθα εγώ με όσα έπαθαν αυτοί ― όπως μου φαίνεται, καθόλου δυσάρεστο δε θα ήταν αυτό· και, το κυριότερο, θα περνούσα το χρόνο μου ρωτώντας και εξετάζοντας τους ανθρώπους εκεί, όπως έκανα και με τους ανθρώπους εδώ, ποιος από αυτούς είναι σοφός και ποιος νομίζει ότι είναι, αλλά δεν είναι. Και τι δε θα έδινε κανείς, δικαστές, για να κάνει ερωτήσεις σε αυτόν που οδήγησε τη μεγάλη στρατιά στην Τροία, τον Αγαμέμνονα, ή στον Οδυσσέα ή στο Σίσυφο ή σε χιλιάδες άλλους άνδρες και γυναίκες; Να συναναστραφεί και να συζητήσει μαζί τους και να τους ρωτήσει θα ήταν η υπέρτατη ευτυχία. Τουλάχιστον αυτοί που μένουν εκεί δε σκοτώνουν ανθρώπους για αυτόν το λόγο. Γιατί και ως προς τα άλλα είναι πολύ ευτυχέστεροι αυτοί που βρίσκονται στον κάτω κόσμο από αυτούς που βρίσκονται εδώ και έχουν ήδη κατακτήσει την αθανασία για το μέλλον, αν βέβαια αληθεύουν αυτά που λέγονται.
Αλλά και εσείς πρέπει, δικαστές, να είστε πολύ αισιόδοξοι σε ό,τι αφορά το θάνατο και να σκέφτεστε ότι ένα πράγμα είναι αλήθεια, ότι δηλαδή κανένα κακό δεν μπορεί να βρει τον καλό άνθρωπο, ούτε όσο ζει ούτε όταν πεθάνει, και ότι οι θεοί νοιάζονται για αυτόν. Ούτε όλα αυτά που μου συνέβησαν έγιναν από μόνα τους, αλλά σε μένα είναι φανερό αυτό, ότι δηλαδή τώρα πια είναι καλύτερο για μένα να πεθάνω και να απαλλαγώ από τις έγνοιες. Για αυτό και το θεϊκό σημάδι δε με απέτρεψε καθόλου και για αυτό δεν αγανακτώ με αυτούς που ψήφισαν εναντίον μου και με τους κατηγόρους, παρόλο που δεν ήταν με αυτή την πρόθεση που ψήφισαν εναντίον μου και με κατηγόρησαν, αλλά νομίζοντας ότι με βλάπτουν. Για αυτό αξίζουν να τους κατηγορήσει κανείς. Όμως αυτό μόνο θα τους παρακαλέσω. Τους γιους μου, Αθηναίοι, όταν φτάσουν στην εφηβεία, τιμωρήστε τους στενοχωρώντας τους όπως ακριβώς σας στενοχωρούσα εγώ, αν σας φανεί πως φροντίζουν για χρήματα ή για οτιδήποτε άλλο παρά για την αρετή και αν νομίζουν ότι είναι κάτι σπουδαίο ενώ δεν είναι τίποτε· σε αυτή την περίπτωση να τους επιπλήττετε όπως σας επέπληττα εγώ, γιατί δε φροντίζουν για όσα πρέπει και νομίζουν ότι αξίζουν κάτι ενώ δεν αξίζουν τίποτε. Αν τα κάνετε αυτά, δίκαια θα έχετε φερθεί και σε μένα τον ίδιο και στους γιους μου. Αλλά έφτασε πια η ώρα να πηγαίνουμε, εγώ για να πεθάνω και εσείς για να ζήσετε. Ποιος από τους δύο μας πηγαίνει σε καλύτερη μοίρα δεν το ξέρει κανείς άλλος παρά μόνο ο θεός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου